Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: συμμαχώ
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συμμαχώ [simaxó] Ρ10.9α : 1.συνάπτω συμμαχία με ένα ή με περισσότερα κράτη: H Γαλλία και η Aγγλία συμμάχησαν εναντίον της Γερμανίας στον α' παγκόσμιο πόλεμο. 2α. συνεργάζομαι με κπ. για την αντιμετώπιση ενός κοινού αντιπάλου: Οι εργάτες και οι αγρότες συμμάχησαν εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος. || συνεννοούμαι με κπ. για να δημιουργήσω δυσκολίες σε ένα τρίτο πρόσωπο: Γιος και μάνα συμμάχησαν εναντίον της νύφης. β. για στοιχεία, παράγοντες που εμφανίζονται ταυτόχρονα και ασκούν κάποια επίδραση σε κπ. ή σε κτ.: Οι φυσικές δυνάμεις συμμαχούν κάποτε εναντίον του ανθρώπου.

[λόγ. < αρχ. συμμαχῶ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go