Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: συζυγία
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συζυγία η [sizijía] Ο25 : 1.(γραμμ.) ο τρόπος που κλίνεται ένα ρήμα: Tο “δένω” είναι ρήμα της α' συζυγίας, το “αγαπώ” της β' συζυγίας. 2α. (αστρον.) η θέση της Σελήνης ή των πλανητών σε σχέση με τον Ήλιο, όταν η αποχή από αυτόν ισούται με 0Φ ή 180Φ. β. (ανατ.) συζυγίες νεύρων, τα δώδεκα ζεύ γη των νεύρων που ξεκινούν από τον εγκέφαλο. γ. (παρωχ.) συζυγικός δεσμός.

[λόγ.: 2β: κατά την αρχ. φρ. συζυγία φλεβῶν· 1, 2α, 2γ: ελνστ. σημ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go