Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: στριφογυρίζω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στριφογυρίζω [strifojirízo] Ρ2.1α & στριφογυρνώ [strifojirnó] & -άω Ρ10.1α (μόνο στο ενεστ. θ.) : 1.κάνω κτ. να περιστρέφεται, να εκτελεί κυκλικές κινήσεις: Έριξε με τέχνη το λάσο, αφού το στριφογύρισε μερικές φορές πάνω από το κεφάλι του. (έκφρ.) ~ τα λόγια μου, μιλώ με υπεκφυγές. 2α. εκτελώ περιστροφικές, κυκλικές κινήσεις, στροβιλίζομαι: Στριφογύριζαν στην πίστα χορεύοντας στο ρυθμό του βαλς. Tα πεσμένα φύλλα στριφογυρνούσαν στο φύσημα του αέρα. β. (ειδικότ.) στρέφομαι κατ΄ επανάληψη (ιδ. ανήσυχα): Στριφογύριζε στον ύπνο του / στο κρεβάτι. Tα μάτια του στριφογύριζαν ανήσυχα. || Mια ιδέα / μια σκέψη στριφογυρνάει στο μυα λό μου, επανέρχεται επανειλημμένα.

[μσν. στρεφογυρίζω < στρέφ(ω) -ο- + γυρίζω, κατά το μσν. στρίφω < < αρχ. στρέφω μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. στρεψ- κατά το σχ.: λειψ- (έλειψα) - λείπω (σύγκρ. στρίβωστριφογυρ(ίζω) μεταπλ. -νώ κατά το γυρίζω > γυρνώ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go