Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: στοιχίζω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στοιχίζω 1 [stixízo] Ρ2.1α : ΣYN κοστίζω. 1. για κτ. που έχει μια ορισμένη τιμή ή για το οποίο πρέπει να δαπανήσει, να πληρώσει κανείς ένα ορισμέ νο ποσό: Ένα παλιό διαμέρισμα στοιχίζει φτηνά. Πόσο στοιχίζει η αγορά ενός υπολογιστή; Οι φετινές διακοπές δε μου στοίχισαν πολλά / πολύ. Tο σχολείο των παιδιών μάς στοιχίζει πολλές χιλιάδες το χρόνο. || για πρόσω πο για το οποίο πρέπει να ξοδέψει κανείς ένα ορισμένο ποσό: Tα παιδιά στοιχίζουν πολύ. Οι διοικητικοί υπάλληλοι στοιχίζουν πολύ στην εταιρεία. || στοιχίζω πολύ: Ένα καλό αυτοκίνητο στοιχίζει. ΦΡ (μου) στοίχισε ο κούκος αηδόνι*. 2. (μτφ.) α. διαθέτω κάποιο αγαθό για να κερδίσω κάποιο άλλο ή το θυσιάζω ως τίμημα μιας σωστής ή λανθασμένης επιλογής μου: Επιστημονικές εργασίες που στοιχίζουν δουλειά πολλών χρόνων. Mια νεανική επιπολαιότητα μπορεί να στοιχίζει πολύ ακριβά / του στοίχισε το μέλλον του. (έκφρ.) του στοίχισε τη ζωή, έχασε τη ζωή του, πέθανε: Tο δυστύχημα στοίχισε τη ζωή σε δέκα άτομα. δε στοιχίζει τίποτα, για κτ. πολύ απλό, εύκολο: Δε στοιχίζει τίποτα να δίνεις υποσχέσεις, όταν δεν πρόκειται να τις πραγματοποιήσεις. β. για κτ. που προκαλεί μεγάλη θλί ψη, που έχει μεγάλο ψυχικό κόστος: Tου στοιχίζει πολύ που δεν μπορεί να γυρίσει στην πατρίδα του. Δεν του στοίχισε πολύ το διαζύγιο. Ένας χωρισμός / μια αποτυχία στοιχίζει πάντα.

[λόγ. < αρχ. στοιχίζω `βάζω σε γραμμή, βάζω σε σύστημα΄ σημδ. ιταλ. costare]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στοιχίζω 2, -ομαι Ρ2.1 παθ. αόρ. και στοιχήθηκα, απαρέμφ. και στοιχηθεί, μππ. και στοιχημένος : τοποθετώ, παρατάσσω σε στοίχους, σε σειρές τη μια πίσω από την άλλη: Οι μαθητές στοιχίζονται κατά τριάδες. (ως γυμναστικό παράγγελμα) Στοιχηθείτε.

[λόγ. < αρχ. στοιχίζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go