Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: στερώ
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στερώ [steró] -ούμαι Ρ10.9 μππ. στερημένος* : 1. (ιδ. για κτ. χρήσιμο ή απαραίτητο) α. ενεργώ, έτσι ώστε να μην μπορεί κάποιος να κατέχει κτ. που του ανήκει, που το έχει ανάγκη, που του είναι απαραίτητο: Οι δικτάτορες στερούν την ελευθερία από το λαό. Tου στέρησαν τα πολιτικά του δικαιώματα. ~ κπ. από κτ.: Mη στερείτε τα άγρια ζώα από το φυσικό τους περιβάλλον. || Οικογένεια που στερείται ακόμα και το ψωμί. Στερήθηκε τον πατέρα σε μικρή ηλικία. || για συναίσθημα: Στερήθηκε την αγάπη της. || (λόγ., με γεν.): Στερούμαι χρημάτων. Aυτό που λες στερείται λογικής. Tα επιχειρήματά του στερούνται λογικής. β. δεν προσφέρω στον εαυτό μου ή και στους άλλους όσα θα εξασφάλιζαν επιθυμητές συνθήκες διαβίωσης: Δε θα στερηθώ εγώ τα βιβλία μου, γιατί εσύ θέλεις να ξοδεύεις τα χρήματα αλλού. Για να μην ξοδέψει χρήματα στερεί τον εαυτό του και την οικογένειά του ακόμα και από τα τελείως απαραίτητα. || (παθ.) δεν έχω κτ., για να το χρησιμοποιώ και ιδίως να το απολαμβάνω: Στερήθηκε τα πάντα για να μπορέσει να σπουδάσει. Στερήθηκα το διάβασμα, δε βρίσκω καιρό για να διαβάσω. || δε χρησιμοποιώ ή δεν απολαμβάνω κτ. που το έχω: Στερείται το γλυκό γιατί δε θέλει να παχύνει. 2. (παθ.) ζω με στερήσεις, με έλλειψη υλικών αγαθών: Δε θα σε αφήσω να στερηθείς στα γερατειά σου. Στερείται αυτός για να έχουν τα παιδιά του.

[αρχ. στερῶ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go