Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σκηνοθέτ
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκηνοθέτης ο [skinoθétis] Ο10 θηλ. σκηνοθέτρια [skinoθétria] Ο27 : αυτός που κατ΄ επάγγελμα ή και ερασιτεχνικά σκηνοθετεί ένα θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο: ~ θεάτρου / κινηματογράφου. Kαρέκλα / πολυθρόνα του σκηνοθέτη, είδος πάνινου καθίσματος με ξύλινο σκελετό.

[λόγ. σκην(ή) 1 -ο- + -θέτης μτφρδ. γαλλ. metteur en scéne· λόγ. σκηνοθέ(της) -τρια]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκηνοθετώ [skinoθetó] -ούμαι Ρ10.9 : 1. για θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο, έχω τη γενική φροντίδα, επιμέλεια και διεύθυνση της καλλιτεχνικής του μεταφοράς στη σκηνή ή στην οθόνη. 2. (μτφ.) προετοιμάζω και εκτελώ κτ. που αποβλέπει στην ενοχοποίηση ή στην εξαπάτηση κάποιου: Σκηνοθέτησαν αυτή τη συνωμοσία, για να δημιουργήσουν προβλήματα στην κυβέρνηση. Ο ταμίας σκηνοθέτησε τη ληστεία, για να καλύψει την κατάχρηση που έκανε.

[λόγ. σκηνοθέτ(ης) -ώ μτφρδ. γαλλ. mettre en scène]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go