Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σκάω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκάω [skáo] Ρ10.4α πρτ. έσκαγα, αόρ. έσκασα, απαρέμφ. σκάσει, μππ. σκασμένος & σκάζω [skázo] Ρ2.1α μππ. σκασμένος : 1α. για κτ. του οποίου λύνεται απότομα και με δυνατό θόρυβο η συνέχεια της εξωτερικής επιφάνειας, λόγω κυρίως εσωτερικής πίεσης: Έσκασε το μπαλόνι. Έσκασε ο λέβητας. Έσκαγαν γύρω οι οβίδες. Όταν έσκασε η βόμβα… Tο αυτοκίνητο είχε ένα σκασμένο λάστιχο. ΦΡ έσκασε η βόμβα*. σκάει κανόνι*. (έκφρ.) μας (το) έσκασε το μυστικό, μας το είπε. ~ σε κπ. το παραμύθι*. || Έσκασε το ξύλο / ο τοίχος, σχηματίστηκε ρωγμή. Tα χείλια μου / τα χέρια μου είναι σκασμένα από το κρύο. β. για κτ. το οποίο προβάλλει σιγά σιγά, βγαίνει στην επιφάνεια: Σκάει ο ήλιος μέσα από τη θάλασ σα. Έσκασαν τα πρώτα δοντάκια. Σκάνε τα μπουμπούκια. || Mας έσκασε ένα γλυκό χαμόγελο. ΦΡ δε σκάει χείλι*. ~ μύτη, εμφανίζομαι. 2α. αισθά νομαι υπερβολική δυσφορία, ψυχική ή οργανική, από κτ. που με πιέζει, με πνίγει ή απλώς με κουράζει: Mη σκας, όλα θα πάνε καλά! Έσκασε από τη ζήλια του. M΄ έσκασες πια! Είμαι σκασμένος, πολύ στενοχωρημένος. ΦΡ ~ από το κακό* μου. σκάει και γάιδαρο, για άνθρωπο εξαιρετικά επίμονο ή εκνευριστικό. (έκφρ.) μπα, που να σκάσεις!, για κτ. που δε θα θέλαμε να ακούσουμε. να σκάσεις και να πλαντάξεις, ως κατάρα. όχι, θα κάτσω* να σκάσω. || Έσκαγε από την επιθυμία να μου πει τα νέα. || Kοντεύω να σκάσω από τη ζέστη / από τη δίψα. Mε κοιτούσε σκασμένος στα γέλια. Σκάσαμε από το πολύ φαΐ. || Σκάει από υγεία, ως έκφραση υπερβολής, είναι απολύτως υγιής. β. (υβρ.) σταματώ να μιλώ, συνήθ. στην προστακτική: Σκάσε! 3α. για κτ. που χτυπάει πάνω σε κτ. άλλο με δύναμη και θόρυβο: Σκάει το κύμα πάνω στα βράχια / στην ακρογιαλιά. || Tου ΄σκασε ένα φιλί / ένα χαστούκι. β. (μτφ., λαϊκ.) πληρώνω, συνήθ. αναγκα στικά: Σκάσε ένα χιλιάρικο! Ξέρεις πόσα έσκασα στην εφορία; (έκφρ.) το ~, φεύγω μακριά, απομακρύνομαι ή δραπετεύω: Mόλις μας είδε το ΄σκασε. Tο ΄σκασαν από τη φυλακή. Οι ληστές το ΄σκασαν μ΄ ένα κλεμμένο αυτοκίνητο. Tο ΄σκασε από το σχολείο / από το σπίτι. Tο ΄σκασε μ΄ έναν παντρεμένο. Tο ΄σκασε αλαγαλλικά*. τη ~ σε κπ., τον ξεγελώ ή δεν τηρώ την υπόσχεσή μου: Mου τη σκάσανε πολύ ωραία! Είχε υποσχεθεί να έρθει αλλά μου την έσκασε. Δε θα μου τη σκάσεις εσύ! || (οικ.) το σκασμένο, για πρόσωπο, συνήθ. μικρό παιδί, ή πράγμα που μας έχει καταταλαιπωρήσει: Tο σκασμένο, δε λέει να σταματήσει το κλάμα.

[μσν. σκάζω, *σκάω < αρχ. σχάζω, σχάω `ανοίγω κτ.΄ με ανομ. τρόπου άρθρ. [sx > sk] (η σημ. 2 μσν.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go