Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ρεφου
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρεφούλι το [refúli] Ο44α & ρέφουλα η [réfula] Ο27α : (ναυτ.) αιφνίδια και βίαιη πνοή ανέμου· σπιλιάδα.

[ίσως βεν. refolada `πλήθος αντικειμένων που παρασέρνονται από ξαφνικό φύσημα του ανέμου΄ ( [o > u] από επίδρ. του χειλ. [f] )]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go