Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πολιτικός -ή -ό
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πολιτικός ο [politikós] Ο17 θηλ. πολιτικός [politikós] Ο34 : αυτός που η κύρια ή η μοναδική του απασχόληση είναι η πολιτική (στις σημ. 4, 5): Οι γελοιογράφοι σατιρίζουν συχνά τους πολιτικούς. Mεγάλα τμήματα του λαού έχασαν την εμπιστοσύνη τους στους πολιτικούς. Άφησε τη δικηγορία και κάνει καριέρα ως ~.

[λόγ. < αρχ. πολιτικός· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πολίτικος -η -ο [polítikos] Ε5 : που προέρχεται από την Kωνσταντινούπολη, που ανήκει ή που αναφέρεται σ΄ αυτήν: Πολίτικα τραγούδια / γλυκά. Πολίτικη σαλάτα και ως ουσ. η πολίτικη.

[Πολίτ(ης) -ικος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πολιτικός -ή -ό [politikós] Ε1 : I1. που ανήκει ή που αναφέρεται στην πολιτική1, που διεξάγεται με τα μέσα ή στο πεδίο της πολιτικής: Πολιτικά κόμματα / σχήματα / μορφώματα. Πολιτικές δυνάμεις / οργανώσεις / παρατάξεις. Πολιτικοί οργανισμοί / σχηματισμοί. Πολιτικές δραστηριότητες / ενέργειες / παρεμβάσεις / πράξεις / αποφάσεις / ευθύνες. Πολιτικές συζητήσεις / συγκεντρώσεις / εκδηλώσεις / απόψεις / θέσεις / πεποιθήσεις / ιδέες / εξελίξεις / συγκρούσεις / διαμάχες. Πολιτικά προβλήματα / θέματα / ζητήματα. Πολιτική εξουσία / επιστήμη / θεωρία / στρατηγική / τακτική / συνεργασία / συμμαχία / δράση / στήριξη / κάλυψη / ανοχή / συναίνεση / βαρύτητα / αξιοπιστία / εμβέλεια. Πολιτικοί άνδρες / αντίπαλοι / παρατηρητές / σχολιαστές / συντάκτες / αναλυτές / κύκλοι. Πολιτική καριέρα / σταδιοδρομία / επιβίωση. Πολιτική ενημέρωση / προπαγάνδα / αρθρογραφία / ομιλία / εκστρατεία. Πολιτικό παρασκήνιο / σενάριο / πρόγραμμα / ρεπορτάζ. Aσκούνται πολιτικές πιέσεις στην κυβέρνηση. H πολιτική ζωή της χώρας βρίσκεται σε κρίση. Ένα νέο κόμμα εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή. Tο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας είναι γηρασμένο. H κοινωνική σύγκρουση διεξάγεται στο πολιτικό πεδίο. Έπεσε η κυκλοφορία των πολιτικών βιβλίων. || Πολιτική διαθήκη / γεωγραφία / οικονομία. ~ θάνατος. ~ χάρτης*. Πολιτικό γραφείο*. (έκφρ.) πολιτικό τοπίο*. 2. που βασίζεται σε δεδομένα της πολιτικής, που καθορίζεται ή επηρεάζεται από πολιτικές σταθμίσεις, υπολογισμούς, στάσεις, διαθέσεις: Πολιτική απεργία / δίκη. Πολιτικοί όμηροι / κρατούμενοι / φυγάδες / πρόσφυγες. Πολιτικά εγκλήματα. Πολιτικό άσυλο. 3. που είναι πολιτικά προσανατολισμένος, στρατευμένος: Πολιτικό θέατρο / τραγούδι. II. που ανήκει ή που αναφέρεται στην πολιτεία, και ειδικότερα σε εξουσίες ή σε θεσμούς, σε αντιδιαστολή προς τους στρατιωτικούς ή τους εκκλησιαστικούς: Στην εκδήλωση συμμετείχαν οι πολιτικές, στρατιωτικές και θρησκευτικές αρχές της περιοχής. ~ γάμος / συνταξιούχος / υπάλληλος. || (ως ουσ.) τα πολιτικά, για τα ρούχα, την ενδυμασία που φορούν οι πολίτες, σε αντιδιαστολή προς τη στολή των στρατιωτικών: Φορώ πολιτικά. ANT στρατιωτικά. III. που ανήκει ή που αναφέρεται στον πολίτη: Πολιτικά δικαιώματα, τα δικαιώματα του πολίτη που σχετίζονται με τη συμμετοχή του στην άσκηση της πολιτικής, της κρατικής εξουσίας: Ποινή στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων. Πολιτική αγωγή, αυτή που κάνει, σε ποινικό δικαστήριο, κάποιος που αδικήθηκε επιδιώκοντας την επανόρθωση της βλάβης που υπέστη. Πολιτικά δικαστήρια, αυτά που εκδικάζουν διαφορές μεταξύ ιδιωτών. Πολιτική δικονομία, το σύνολο των νομικών κανόνων, που καθορίζουν την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών μεταξύ των πολιτών. Πολιτική άμυνα. || Πολιτικός μηχανικός*. IV. ~ στίχος, ο δεκαπεντασύλλαβος, ο χαρακτηριστικότερος στίχος της νεοελληνικής δημοτικής ποίησης. πολιτικά & (λόγ.) πολιτικώς ΕΠIΡΡ κατά τον τρόπο, από την άποψη της πολιτικής: Σκέφτομαι / δρω / ενεργώ ~. Aπόψεις / θέσεις / ιδέες ~ απαράδεκτες / ορθές / λαθεμένες. Πολιτικώς ενάγων. ~ ορθός*.

[λόγ.: Ι1: αρχ. πολιτικός· I2: σημδ. γαλλ. politique· ΙΙ, ΙΙΙ: σημδ. γαλλ. civil· IV: μσν. σημ. με βάση ελνστ. σημ. `κοινός΄· λόγ. < αρχ. πολιτικῶς]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go