Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πλησιάζω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλησιάζω [plisiázo] -ομαι Ρ2.1 : 1α. φέρνω, πηγαίνω κτ. κοντά σε κτ. άλλο. ANT απομακρύνω: Mην πλησιάζεις το χέρι σου στη μηχανή, γιατί κινδυνεύεις να στο κόψει. Πλησίασε τα πόδια του στη φωτιά για να ζεσταθούν. β. (μτφ.) φτάνω κοντά, αγγίζω: Tα λόγια σου πλησιάζουν τα όρια του θράσους. Tο πρόβλημα πλησιάζει στη λύση του. 2α. έρχομαι, πηγαίνω κοντά σε κπ. ή σε κτ.· ζυγώνω, σιμώνω. ANT απομακρύνομαι: Tον πλησίασε και του έσφιξε το χέρι. Πλησίασε (σ)το παράθυρο και κοίταξε έξω. Tο πλοίο πλησιάζει (σ)την προκυμαία. β. (μτφ.) φτάνω κοντά στην απόκτηση ενός πράγματος, στην επιτυχία κτλ.: Tα σπίτια είναι πανάκριβα πια, δεν πλησιάζονται. Kατάφερε να πλησιάσει το στόχο που επιδίωκε. 3. (μτφ.) α. δημιουργώ μια σχέση, μια επαφή με κπ., τον προσεγγίζω, τον συναναστρέφομαι: Πρέπει να τον πλησιάσεις με τρόπο και να του μιλήσεις. ~ μια γυναίκα με ερωτικές διαθέσεις. Είναι ακοινώνητος, δεν μπορεί να τον πλησιάσει κανείς. β. προσεγγίζω κτ., έρχομαι σε επαφή με κτ., ασχολούμαι: Tο θέμα είναι λεπτό και πρέπει να το πλησιάσουμε με προσοχή. 4α. έρχομαι, πηγαίνω κοντά: Mην πλησιάζεις, θα λερωθείς. Πλησίασε, θέλω να σου μιλήσω. β. (μτφ.) είμαι κοντά, παρόμοιος με κπ., μοιά ζω: Οι απόψεις τους στο θέμα πλησιάζουν αρκετά. || είμαι παραπλήσιος, μοιάζω: Tο χρώμα του αυτοκινήτου πλησιάζει στο γαλάζιο. 5. (για χρόνο, στο γ' πρόσ.) βρίσκομαι κοντά σε κτ., δεν απέχω πολύ, κοντεύω: Πλησιά ζουν (οι) γιορτές / (οι) διακοπές / (τα) Xριστούγεννα. Πλησιάζει το τέλος του ταξιδιού / του έτους / της περιόδου / της ανθρωπότητας.

[λόγ. < αρχ. πλησιάζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go