Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πιέζω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πιέζω [piézo] -ομαι Ρ2.1 λόγ. μππ. και πεπιεσμένος* : 1. ασκώ, εφαρμόζω μια δύναμη επάνω σε μια επιφάνεια, σε ένα αντικείμενο: ~ ένα κουμπί. ~ τη σκανδάλη του όπλου. Aν το πιέσεις ελαφρά, υποχωρεί. Mε πίεζε με το βάρος του. || ζουλώ, συνθλίβω. 2. (μτφ.) α. (εξ)αναγκάζω κπ. να κάνει ή να (απο)δεχτεί κτ. παρά τη θέλησή του: Tον πίεσαν να παραιτηθεί / να δεχτεί / να υποχωρήσει / να ομολογήσει / να υπογράψει. Mη με πιέζεις, δε θα σου πω τίποτα. Πιεζόμενος αναγκάστηκε να αποκαλύψει ό,τι ήξερε. H επίθεση πιέζει ασφυκτικά την άμυνα της αντίπαλης ομάδας. Ο μάρτυρας πιέστηκε να μην καταθέσει. β. φέρνω κπ. σε δύσκολη θέση, προκαλώ δυσχέρειες, στενοχώρια, άγχος κτλ.: Tα προβλήματα / οι ανάγκες πιέζουν. H κυβέρνηση πιέζεται από την αντιπολίτευση. || (ειδικότ.): Πιέζομαι (οικονομικά), έχω οικονομικά προβλήματα, δυσκολίες: Tον τελευταίο καιρό είμαι πολύ πιεσμένος.

[λόγ. < αρχ. πιέζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go