Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: παρατείνω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρατείνω [paratíno] -ομαι Ρ πρτ. και αόρ. παρέτεινα, απαρέμφ. παρατείνει, παθ. αόρ. παρατάθηκα, απαρέμφ. παραταθεί, μππ. παρατεταμένος* : επιμηκύνω τον (κανονικό, τον αρχικό, τον προκαθορισμένο) χρόνο διάρκειας, ισχύος: Παρατάθηκε ως το τέλος του μήνα η προθεσμία πληρωμής των τελών κυκλοφορίας. H κυβέρνηση αποφάσισε να παρατείνει την ισχύ των περιοριστικών μέτρων.

[λόγ. < αρχ. παρατείνω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go