Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: παρακμάζω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρακμάζω [parakmázo] Ρ2.1α αόρ. και παρήκμασα, απαρέμφ. παρακμάσει, μππ. παρακμασμένος και παρηκμασμένος* : περνώ, βρίσκομαι σε στάδιο μείωσης, φθοράς της ακμής, της ανάπτυξης, της ισχύος και, με επέκταση, του κύρους, της αξίας μου. ANT ακμάζω: Πότε άρχισε να παρακμάζει η Ρωμαϊκή Aυτοκρατορία; Ο ανθρώπινος οργανισμός αρχίζει να παρακμάζει μετά τα σαράντα. Παρακμάζει το εμπόριο / η οικονομία / ο πολιτισμός. Παρακμάζουν οι τέχνες / τα γράμματα. H παρακμασμένη Οθωμανική Aυτοκρατορία δεν άργησε να διαλυθεί. Tο σώμα του ήταν πλαδαρό και παρακμασμένο.

[λόγ. < αρχ. παρακμάζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go