Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: παλεύω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παλεύω [palévo] -ομαι στη σημ. 3 Ρ5.2 : 1.αγωνίζομαι εναντίον κάποιου σώμα με σώμα, για να τον ρίξω και να τον ακινητοποιήσω στο έδαφος: Παλεύουμε να δούμε ποιος απ΄ τους δυο μας είναι δυνατότερος; 2. (μτφ.) α. μάχομαι, πολεμώ, αγωνίζομαι απεγνωσμένα εναντίον αντιπάλων ή αντίξοων συνθηκών: Πάλεψαν με τη μοίρα τους. Παλεύει με τα κύματα. ΦΡ ~ με το θάνατο*. β. καταβάλλω έντονη προσπάθεια για να πετύχω κτ.: Παλεύει να βγάλει το ψωμί του, εργάζεται κοπιαστικά. Παλεύει να φτιάξει κάτι. Πάλεψα να τον πείσω, αλλά αυτός δεν έλεγε ν΄ αλλάξει γνώ μη. 3. (προφ., παθ.) για ό,τι υπάρχει πιθανότητα να το αντιμετωπίσει κανείς με επιτυχία: Mην εγκαταλείπεις την προσπάθεια· η υπόθεση παλεύε ται ακόμα.

[μσν. παλεύω < πάλ(η) -εύω]

[Λεξικό Κριαρά]
παλεύω· παλεύγω.
  • I. Ενεργ.
    • Ά Αμτβ.
      • 1) Αγωνίζομαι στο άθλημα της πάλης:
        • Σηκωθείτε δύο άνδρες … να παλεύσετε ανδρείως (Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΓ́ [239]).
      • 2) Συμπλέκομαι, έρχομαι στα χέρια, παλεύω:
        • Σφίγγουνται κι αγκαλιάζουνται (ενν. ο Ρωτόκριτος κι ο Άριστος), με τη ζερβή παλεύγου, με τη δεξά βαρίσκουσι (Ερωτόκρ. Δ́ 1843· Διγ. O 2901).
      • 3) (Μεταφ.) βρίσκομαι σε δίλημμα, ταλαντεύομαι, προβληματίζομαι:
        • (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 382).
    • Β́ (Μτβ.) αντιμετωπίζω κ., αντιστέκομαι σε κ.:
      • αναγκαζόμεσθε να τες παλεύσομεν (ενν. τες κακές επιθυμίες της σαρκός μας) (Χριστ. διδασκ. 368).
  • II. (Μέσ.) βρίσκομαι σε δίλημμα, ταλαντεύομαι, προβληματίζομαι:
    • επαλεύετον ο βασιλεύς με τους δύο λογισμούς (Βενετσάς, Δαμασκηνού Βαρλαάμ 11413).

[<ουσ. πάλη + κατάλ. ‑εύω. Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. Αρχ. παλεύω με διαφορ. σημασ. Η λ. στο Βλάχ. (‑αίβω) και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go