Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μονοσήμαντος -η -ο
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μονοσήμαντος -η -ο [monosímandos] Ε5 : που έχει μία μόνο σημασία. ANT πολυσήμαντος: Mονοσήμαντη λέξη / έκφραση. || (μαθημ.): Mονοσήμαντη παράσταση.

[λόγ. < μσν. μονοσήμαντος < μονο- + σημαν- (σημαίνω) -τος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go