Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μερικοί -ές -ά
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
μερικοί, αντων.· μερκοί.
  • Κάποιοι, ορισμένοι, λίγοι:
    • να ετοιμάσω πράγματα μερικά της επισκοπής μου αναγκαία (Βελλερ., Επιστ. 5540
    • συναχθέντες οι Τραπεζούντιοι άρχοντες και εκ των πολιτών μερικοί (Έκθ. χρον. 2822· Αιτωλ., Μύθ. 136).

[πληθ. του επιθ. μερικός ως αντων. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μερικοί -ές -ά [merikí] αντων. αόρ. (βλ. Ε1) : χρησιμοποιείται σε θέση ουσιαστικού (μερικοί συμφώνησαν) ή επιθέτου (μερικά βιβλία)· δηλώνει περιορισμένο και απροσδιόριστο, αόριστο αριθμό προσώπων ή πραγμάτων· κάποιοι λίγοι: ~ τον ψήφισαν. Yπάρχουν ~, δεν ξέρω όμως πόσοι. Mερικές μέρες. Mερικά βιβλία. Mερικές σελίδες μού μένουν. Xρησιμοποίησαν όλα τα κουπόνια τους και μερικά από τα δικά μου. || σε επιμερισμό: ~ από εμάς / εσάς / αυτούς. ΦΡ ~ ~, ως υπαινιγμός για πρόσωπα συνήθ. παρόντα, τα οποία δε θέλουμε να κατονομάσουμε: ~ ~ κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Aυτά να τα ακούν ~ ~, ονόματα δε λέμε!

[μσν. μερικοί, πληθ. του αρχ. μερικός `ατομικός, ιδιαίτερος΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go