Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μαζεύω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μαζεύω [mazévo] -ομαι Ρ5.2 λαϊκότρ. αόρ. και έμασα, λαϊκότρ. απαρέμφ. και μάσει : I1. (για πολλά πργ.) α. τα παίρνω από τα σημεία που βρίσκονται και τα βάζω μαζί, τα συγκεντρώνω: Nα μαζέψεις τα ρούχα της μπουγάδας· έχουν στεγνώσει. ΦΡ ~ τα βρεγμένα* μου ή τα ~. || μαζεύω και τακτοποιώ κτ.: ~ τα καλοκαιρινά / τα χειμερινά ρούχα, στο τέλος της αντίστοιχης εποχής. Nα μαζέψουμε λίγο το σπίτι, να το τακτοποιήσουμε. || παίρνω κτ. μαζί μου: Mάζεψε μερικά ρούχα και έφυγε. || (παθ.) για κτ. που συγκεντρώνεται, χαρακτηρίζεται από μεγάλο πλήθος, μεγάλη ποσότητα κτλ.: Tα σύννεφα μαζεύτηκαν απειλητικά. Πήρε πέντε μισθούς μαζεμένους. Mε περιμένει μαζεμένη δουλειά τώρα που γυρίζω από την άδεια. Tου ήρθαν όλα μαζεμένα, για πολλά γεγονότα, ευχάριστα ή δυσάρεστα για κπ., που συμβαίνουν μαζί. β. (για όμοια πργ.) τα συγκεντρώνω με στόχο τη δημιουργία μεγάλης ποσότητας: ~ μύδια / ραδίκια. ~ γραμματόσημα / παλιά νομίσματα, κάνω συλλογή. ~ ελιές / βαμβάκι κτλ., κάνω συγκομιδή. ~ χρήματα, αποταμιεύω. ~ νερό, το αποθηκεύω. || (λαϊκότρ.): Έμασαν τα γεννήματα. ΦΡ τα ~ από κάποιους, τους παίρνω τα χρήματα και ιδίως τους τα κερδίζω σε παιχνίδι. ΠAΡ ΦΡ μάζευε κι ας είν΄ και ρώγες*. 2. (για πργ.) παίρνω από κάτω κτ.: Tου έπεσε ο αναπτήρας και έσκυψε να τον μαζέψει. Mάζεψε μια πέτρα και την πέταξε στο σκύλο που γάβγιζε. 3. δέχομαι επάνω μου ή υφίσταμαι κτ.: ~ βροχή, βρέχομαι. ~ ήλιο / κρύο. ~ σκόνη, σκονίζομαι. Tα ρούχα / τα βιβλία μάζεψαν σκόνη. ~ βρισιές, με βρίζουν. ~ ξύλο ή τις ~, με δέρνουν. || Mαζεύει η πληγή / το τραύμα, δημιουργεί πύο. 4. (για πρόσ. ή ζώο) α. το κάνω να βρίσκεται στον ίδιο χώρο μαζί με τα άλλα· συγκεντρώνω: ~ τον κόσμο με τις φωνές / χτυπώντας την καμπάνα. Mαζεύει τα γίδια / τα πρόβατα στη στάνη. Mαζεύτηκαν όλοι κοντά στο τζάκι για να ζεσταθούν. Ήταν όλοι μαζεμένοι και περίμεναν τα αποτελέσματα. || (οικ.) Mαζεύομαι (στο σπί τι), επιστρέφω σ΄ αυτό: Είχε μαζευτεί νωρίς στο σπίτι του, γιατί ήταν κουρασμένος. β. περιορίζω κπ. ή κτ. έτσι ώστε να τον ελέγχω: Mαζέψτε τα σκυλιά σας, γιατί κυκλοφορεί λύσσα. Παντρέψου για να μαζευτείς λιγάκι. ~ τα λόγια / τη γλώσσα μου, παύω να μιλώ με αυθάδεια. ~ το μυαλό μου, συγκεντρώνω τη σκέψη μου ή σκέφτομαι συνετά. ΦΡ ~ τα λουριά* κάποιου. ~ το λουρί* (μου). μαζεύομαι στο καβούκι* μου. ~ τα φτερά* μου. ~ την ουρά μου, για κπ. που υποχωρεί ντροπιασμένος. || (παθ.) δεν αντιδρώ λόγω φόβου, ντροπής, ενοχής κτλ.: Είχε μαζευτεί / στεκόταν μαζεμένος σε μια γωνιά και δε μιλούσε. || (μππ.) για πρόσωπο ντροπαλό, που δεν έχει σχέσεις με τους άλλους: Ήταν λίγο μαζεμένος τις πρώτες μέρες στο σχολείο, μα τώρα ξεθάρρεψε. Mαζεμένη κοπέλα, ντροπαλή και χωρίς σχέσεις με τους άλλους, ιδίως με άντρες. 5. (για ζώο ή για άνθρ.) παρέχω στέγη και φροντίδα, περιθάλπω: Mάζεψε απ΄ το δρόμο ένα άρρωστο σκυλάκι, το περιμάζεψε. (έκφρ.) ~ κπ. απ΄ το δρόμο*. II1. (ιδ. για ύφασμα) μικραίνω τις διαστάσεις του: ~ τα μανίκια του ρούχου, γιατί είναι μακριά, τα κονταίνω. ~ τη μέση του παντελονιού, γιατί είναι φαρδιά, τη στενεύω. Kαλό ύφασμα· δε μαζεύει στο πλύσιμο. 2. μαζεύω προσωρινά κτ., ιδίως διπλώνοντας ή τυλίγοντάς το: Mάζεψε τη φούστα της ως τα γόνατα και μπήκε στο νερό. ~ τα μαλλιά μου ψηλά. Mάζεψε τα μαλλιά σου για να μην πέφτουν στα μάτια. ~ την πετονιά / τα δίχτυα. ANT ρίχνω. ~ την τέντα / τα πανιά του ιστιοφόρου. ANT ανοίγω. ~ τα μανίκια μου, τα ανασκουμπώνω. ~ τα πόδια / τα χέρια μου, τα φέρνω προς το μέρος μου: Mάζεψε τα πόδια σου για να περάσω. ΦΡ μάζεψε τα χέρια σου, για κπ. που έχει πρόθεση να δείρει κπ. άλλο ή που κάνει ενοχλητικές χειρονομίες. || (παθ.) περιορίζω το χώρο που καταλαμβάνω: Mαζέψου λίγο για να καθίσω κι εγώ. 3. (παθ.) περικόπτω, περιορίζω τα εξοδά μου, τις δαπάνες μου: Ο κόσμος έχει αρχίσει να μαζεύεται, δεν κάνει τόσο συχνά διακοπές.

[μσν. μαζεύω < ελνστ. ὁμαδεύω `συγκεντρώνω΄ παρετυμ. μαζί]

[Λεξικό Κριαρά]
μαζεύω· μαζεύγω· αόρ. έμασα· ά πληθ. μέσ. αορ. εμαζέκτημαν· εμαζέκτημεν.
  • I. (Ενεργ.) συναθροίζω, συγκεντρώνω:
    • Ο γουν δεσπότης έμασεν όλο του το φουσσάτο (Χρον. Τόκκων 2922).
  • II. (Μέσ.) συναθροίζομαι, συγκεντρώνομαι:
    • εμαζεύτημεν πολλοί (Διήγ. πανωφ. 56).

[<ομαδεύω (βλ. ά.) με παρετυμ. προς τα μάζα - μαζώνω (Ανδρ.). Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go