Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μαγειρεύω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μαγειρεύω [majirévo] -ομαι Ρ5.2 : 1α. παρασκευάζω φαγητό: Σήμερα θα φάμε κονσέρβες, γιατί δε μαγειρέψαμε. Tις Kυριακές δε ~· τρώμε πάντο τε έξω. (γνωμ.) των φρονίμων* τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. || μαγειρεύω για να φάει κάποιος: Στο σπίτι με περιμένουν πέντε παιδιά να τα πλύνω, να τους μαγειρέψω· πού καιρός για ξεκούραση! β. μαγειρεύω με σχετικά πολύπλοκο τρόπο βράζοντας, ψήνοντας ή τηγανίζοντας διάφορα τρόφιμα: ~ κρέας / ψάρι / φασόλια με λάδι / με βούτυρο, χρησιμοποιώντας ένα από τα παραπάνω υλικά. || (μππ.) μαγειρευτός: Mαγειρεμένες πατάτες. γ. ασχολούμαι με το μαγείρεμα: Tης αρέσει να μαγειρεύει όχι όμως και να πλένει τα πιάτα. 2. (μτφ.) α. προετοιμάζω κρυφά κτ. ιδίως βλαβερό για κπ.: H υπόθεση μαγειρεύτηκε καλά από πριν. Aισθάνομαι ότι κάτι κακό μου μαγειρεύεις και ανησυχώ. Nομίζω πως κάτι μαγειρεύεται πίσω από την πλάτη μου. β. παραποιώ κτ., το διαμορφώνω όπως θέλω: Mαγειρεύουν τα εκλογικά αποτελέσμα τα πριν να τα ανακοινώσουν.

[ελνστ. μαγειρεύω]

[Λεξικό Κριαρά]
μαγειρεύω· μαγερεύγω· μαγερεύω.
  • 1) Μαγειρεύω:
    • φαρμάκιν έχει η μαγεριά τούτη που μαγερεύγεις (Ερωτόκρ. Ά 369
    • μη μαγερέψεις ΄ρίφι με το γάλα της μάννας σου (Πεντ. Δευτ. XIV 21
    • (σε παροιμ.):
      • ο διάβολος στον κώλο του κουκκιά του μαγερεύει (Γαδ. διήγ. 248).
  • 2) Μηχανεύομαι:
    • (Χρον. Μορ. H 3941).
  • Το ουδ. της μτχ. παρκ. στον πληθ. ως ουσ. = φαγητό:
    • Δε βρίσκεται μηδέ ψωμί, μηδέ μαγερεμένα (Πανώρ. Β́ 23).

[μτγν. μαγειρεύω. Ο τ. ‑ερεύγω και σήμ. ιδιωμ. Ο τ. ‑γε‑ στο Meursius και σήμ. ποντ. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go