Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: λυπώ
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λυπώ [lipó] Ρ10.9α -ούμαι & -άμαι Ρ12 μππ. λυπημένος* : 1. κάνω κπ. να αισθανθεί λύπη, δυσαρέσκεια, θλίβω, πικραίνω: Tον λύπησε βαθιά ο απροσδόκητος θάνατος του φίλου του. Mε λύπησε πολύ η συμπεριφορά σου. 2. (παθ.) α. αισθάνομαι λύπη, στενοχώρια, θλίβομαι, πικραίνομαι για κτ. δυσάρεστο: Έμαθα για το ατύχημά σου και λυπήθηκα πολύ. Λυπάμαι, αλλά δε γίνεται αλλιώς. Λυπάμαι πολύ, αλλά πρέπει να φύγω. Λυπάμαι που σε ανάγκασα να έρθεις χωρίς λόγο. Λυπήθηκα που τον είδα σε τέτοια κατάντια. β. αισθάνομαι λύπη, οίκτο, συμπόνια για κπ. άλλον: Tον λυπάμαι τον καημένο αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Λυπήσου με! Δε με λυπάσαι καθόλου και με παιδεύεις έτσι; Nα μη λυπάσαι εμένα, τον εαυτό σου να λυπάσαι. 3. (παθ.) υπολογίζω, λογαριάζω, είμαι φειδωλός σε κτ., τσιγκουνεύομαι: Δε λυπάται καθόλου τα λεφτά / τα έξοδα / τους κόπους. Δε λυπάσαι τα νιάτα σου;

[αρχ. λυπῶ]

[Λεξικό Κριαρά]
λυπώ· β́ εν. προστ. μέσ. αορ. λυπήθησε· λυπήθου· λυπήσουν· μτχ. παρκ. ελυπημένος.
  • I. Ενεργ.
    • Ά Μτβ.
      • 1) Προκαλώ στενοχώρια, λύπη σε κάπ., θλίβω, πικραίνω:
        • (Ζήνου, Βατραχ. 304), (Λίβ. Esc. 600), (Λόγ. παρηγ. O 619).
      • 2) (Προκ. για ερωτικό συναίσθημα) κάνω κάπ. να αγωνιά, να υποφέρει:
        • τούς ελύπησεν η αγάπη (Λίβ. Esc. 4059).
      • 3) Ζημιώνω, βλάπτω:
        • οπού φιλονικούσι με τους μεγαλιότερους, του λόγου τους λυπούσι (Αιτωλ., Μύθ. 10610).
      • 4) Κακοποιώ:
        • τον μέγαν εκκλησιάρχην ελύπησε (ενν. ο αυθέντης) σχίσας την ρίνα αυτού (Ιστ. πολιτ. 3821).
      • 5) Συμπονώ κάπ.:
        • να βρω … εις τά πονώ και θλίβομαι τινάν να με λυπήσει (Ch. pop. 438).
    • Β́ (Αμτβ.) είμαι οδυνηρός:
      • Περί κορύζης πάνυ λυπούσης (Ορνεοσ. αγρ. 54918).
  • IΙ. Μέσ.
    • Ά Μτβ.
      • 1) Θλίβομαι, νιώθω λύπη, στενοχώρια, πικραίνομαι για κάπ. ή κ.:
        • απήλθεν αποθανών, … ημάς δε καταλέλοιπε και την εκείνου λυπουμένους στέρησιν (Σφρ., Χρον. 1769· Λίβ. N 2951), (Μαχ. 1246
        • (με σύστ. αντικ.):
          • (Αχιλλ. (Smith) N 646
        • (με την πρόθ. διά - για):
          • άσε, μα τον Θιόν, δι’ αυτείνους να λυπάσαι (Φαλιέρ., Ρίμ. 123· Απόκοπ. 235).
      • 2)
        • α) Συμπονώ, λυπούμαι:
          • Δεν πρέπει να με λυπηθεί τινάς και να με κλαίγει (Αιτωλ., Μύθ. 956
          • Τας ξένας συμφοράς, υιέ, λυπού ως εδικάς σου (Σπαν. A 514
        • β) ευσπλαχνίζομαι, δείχνω έλεος, χάρη:
          • εδύνουσουν, … να με φονεύσεις, αμή ελυπήθηκές με ως δυνατός (Διγ. Άνδρ. 39326).
      • 3) Τσιγκουνεύομαι:
        • οι φρόνιμοι τα άσπρα δεν λυπούνται (Αιτωλ., Μύθ. 3211).
      • 4) Ψηφώ, υπολογίζω, λογαριάζω:
        • ως άνδρες να 'ποθαίνουσιν ουδόλως ελυπούντο (Κορων., Μπούας 130).
      • 5) Ανησυχώ, φοβούμαι:
        • Ξενίζομαι τον θάνατον, την αδικίαν λυπούμαι (Νεκρ. βασιλ. 89).
      • 6) Δυσανασχετώ, αγανακτώ, οργίζομαι:
        • βλέπων ταύτας ερχομένας, χαλεπώς το ελυπήθη (Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Θ́ 467).
    • Β́ Αμτβ.
      • 1)
        • α) Στενοχωριέμαι, θλίβομαι, πικραίνομαι:
          • και ταύτα πάντα βλέποντα λυπείται η ψυχή μου (Κορων., Μπούας 88
        • β) ανησυχώ:
          • Χαίρου αποτουνύν, τίποτε μη λυπείσαι (Λίβ. N 1166).
      • 2) Υποφέρω, βασανίζομαι (από ερωτικό συναίσθημα):
        • την αγάπην σου επαρέλαβε (ενν. η κόρη) και πάσχει τά λυπάσαι (Λίβ. Esc. 1586).
      • 3) Ευσπλαχνίζομαι:
        • το απελατίκιν έσυρεν, … να τους φονεύει ήθελεν και πάλιν ελυπάτον (Αχιλλ. (Smith) N 1404).
      • 4) Θρηνολογώ:
        • να κλάψουν και να λυπηθούν (Θησ. Β́ [148]).
      • 5) Πενθώ:
        • κρίσην δεν ημπορείς να κάμεις του λυπουμένου διά τον αποθαμόν του συγγενούς του (Βακτ. αρχιερ. 157).
  • Φρ. λυπάται το μάτι μου =
  • (α) στενοχωριέμαι, πικραίνομαι:
    • (Πεντ. Γέν. XLV 20
  • (β) ευσπλαχνίζομαι:
    • (Πεντ. Δευτ. XIII 9).
  • Η μτχ. ενεστ. ως επίθ. = θλιβερός:
    • ημέραν λυπουμένην (Ρίμ. θαν. 66).
  • Το ουδ. της μτχ. ενεστ. ως ουσ. = η λύπη:
    • ψυχής γαρ το λυπούμενον συν τῳ λέγειν εξῄει (Διγ. Z 2502).
  • Η μτχ. παρκ. ως επίθ. =
    • 1)
      • α) Λυπητερός:
        • λόγον … λυπημένον (Βέλθ. 1192
      • β) περίλυπος:
        • μετά θλιμμένου τρόπου και λυπημένου σχήματος (Λίβ. N 3646).
    • 2) Πένθιμος:
      • μαύρα σε ντύνω, μαύρα λυπημένα (Κυπρ. ερωτ. 223).
    • 3) Στενόχωρος:
      • όνειρον είδεν πολλά θλιμμένον, … περίσσια λυπημένον (Παλαμήδ., Βοηβ. 1268).
    • 4) Σπλαχνικός, πονετικός:
      • Περιστερά τον είδ’ εκεί με λυπημένον βλέμμα (Αιτωλ., Μύθ. 404).
  • [αρχ. λυπέω. Η προστ. αορ. λυπήθου και σήμ. κυπρ. Η λ. και σήμ.]

    < Previous   [1]   Next >
    Go to page:Go