Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: λιπότη
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
λιπότη η.
  • Πάχος, λίπος:
    • η κάτα … έγλειφε την λιπότην (Γεωργηλ., Θαν. 524).

[<ουσ. λιπότης (L‑S). Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go