Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: λειτουργώ
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λειτουργώ [liturγó] -ούμαι Ρ10.9 & -ιέμαι Ρ10.1β (παθ. στη σημ. 7β) : 1. (για μηχανές, όργανα, μηχανισμούς) εκτελώ μια σειρά προγραμματισμένων, μηχανικών κυρίως, κινήσεων και εκπληρώνω κάποιο σκοπό, παράγω κάποιο έργο· δουλεύω: H έκρηξη της βόμβας αποφεύχθηκε, επειδή δε λειτούργησε ο πυροδοτικός μηχανισμός. Mόλις βάλαμε βενζίνη, η μηχανή του αυτοκινήτου άρχισε να λειτουργεί κανονικά. Tο ασανσέρ δε λειτουργεί. Tα τηλέφωνα της περιοχής μας δε λειτουργούν από χτες. || τίθεμαι σε κίνηση, αρχίζω να δουλεύω: H μηχανή αυτή λειτουργεί με την πίεση ενός μοχλού. 2. (για μέλη και όργανα ζωντανών οργανισμών) εκτε λώ κάποιο έργο για το οποίο είμαι προορισμένος και παίζω ένα ρόλο στη συνολική οικονομία του οργανισμού: Tο συκώτι του δε λειτουργεί καλά. Όταν η καρδιά λειτουργεί κανονικά, τροφοδοτεί με αίμα όλο το σώμα. Έκανε εγχείρηση, γιατί τα νεφρά του δε λειτουργούσαν κανονικά. 3. αναπτύσσω δραστηριότητες, ενεργώ μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο παράγοντας κάποιο έργο και εκπληρώνοντας κάποιο σκοπό: H οργάνωση / το σωματείο / ο σύλλογος λειτουργεί με βάση ένα καταστατικό. Οι δημόσιες υπηρεσίες λειτουργούν γραφειοκρατικά. 4. (για καταστήματα, υπηρεσίες) προσφέρω υπηρεσίες, είμαι ανοιχτός, δουλεύω: Tα καταστήματα θα λειτουργήσουν κανονικά. Οι δημόσιες υπηρεσίες δε λειτούργησαν σήμε ρα λόγω στάσεως εργασίας. 5. παίζω ένα ρόλο, δρω, επιδρώ κατά έναν τρόπο: Tα κόμματα λειτουργούν ως εκφραστές της λαϊκής θέλησης. Tο γεγονός αυτό λειτούργησε καταλυτικά στις εξελίξεις. H πρόταση της κυβέρνησης στον ΟHΕ λειτούργησε σαν αντίβαρο στις πιέσεις. || Ο πίνακας / η αφίσα / το έργο τέχνης λειτουργεί, όταν πετυχαίνει την επαφή με το ευρύ κοινό. 6. παίζω έναν ιδιαίτερο και χαρακτηριστικό ρόλο μέσα σε ένα σύνολο του οποίου αποτελώ μέρος: Έχουν γίνει έρευνες για το πώς λειτουργεί η λέξη μέσα στη φράση / η τέχνη στην κοινωνία / η ιδεολογία στην πολιτική. 7. (εκκλ.) α. (για ιερωμένους) τελώ τη Θεία Λειτουργία: Ποιος παπάς λειτουργεί σ΄ αυτή την εκκλησία; β. (παθ.) παρακολουθώ τη Θεία Λειτουργία: Θα λειτουργηθούμε την Kυριακή στη Mητρόπολη. || (για ναούς): H εκκλησία είναι καινούρια, δεν έχει λειτουργηθεί ακόμα, δεν τελέστηκε λειτουργία σ΄ αυτή.

[λόγ.: 1-3, 5-6: αρχ. λειτουργῶ `αναλαμβάνω δημόσιο αξίωμα με προσωπικά μου έξοδα΄ σημδ. γαλλ. fonctionner· 4: με βάση τη σημ. 3· 7: ελνστ. λειτουργῶ (δες λειτουργίαII1)]

[Λεξικό Κριαρά]
λειτουργώ· λειτρουγώ.
  • I. Ενεργ.
    • Ά Αμτβ.
      • 1)
        • α) Τελώ το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ιερουργώ:
          • όταν ελειτούργα κι ύψωνεν τα άγια ο πατριάρχης, … (Χρον. Μορ. Ρ 14
          • λειτουργά με άζυμον άρτον (Ροδινός 149
        • β) ενεργώ, φροντίζω να πραγματοποιηθεί θεία λειτουργία και μετέχω σ’ αυτήν:
          • (Διήγ. ωραιότ. 625
          • Ο δε ληγάτος … όρισεν … και ελειτουργήσαν εις το όνομα της αγίας Τριάδος (Μαχ. 15217).
    • Β́ Μτβ.
      • 1) (Προκ. για το Θεό ή για άγιο) τιμώ με θεία λατρεία:
        • τους ακούει ο Θεός, ότι τον λειτουργούσιν (Ιστ. Βλαχ. 1847· Σταφ., Ιατροσ. 1831).
      • 2) (Προκ. για εκκλησία) ανοίγω την εκκλησία για να τελεσθεί θεία λειτουργία:
        • Οι Άγιοι Δέκα πάσινε και πλιό δε λειτουργούνται (Τζάνε, Κρ. πόλ. 55425· Βακτ. αρχιερ. 152).
      • 3) (Προκ. για πρόσφορο) που έχει «διαβαστεί»:
        • προσφοράν λειτουργημένην (Σταφ., Ιατροσ. 10265).
      • 4) Τελώ θρησκευτική ακολουθία:
        • οι ιερείς … ελειτουργούσαν τέσσερις και πέντε δέησες (Συναδ. φ 85r).
      • 5) (Προκ. για μη χριστιανική θυσία) εκτελώ:
        • Κύριέ μου, τας θυσίας μου τελείας ελειτούργων προς εσένα (Ερμον. Η 145).
  • II. (Μέσ.) προσέρχομαι και μετέχω στη θεία λειτουργία:
    • θάρριεν να λειτουργηθεί μέσ’ στην Αγιάν Σοφίαν (Σταυριν. 1144).

[αρχ. λειτουργέω. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go