Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: λάχανο
9 items total [1 - 9]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λάχανο το [láxano] Ο41 : 1. ποώδες καλλιεργούμενο φυτό, σφαιρικού σχήματος, με μεγάλα σαρκώδη φύλλα που τρώγονται ωμά, μαγειρεμένα ή τουρσί: ~ σαλάτα / τουρσί. Kρέας με ~. ΦΡ σιγά / σπουδαία τα λάχανα!, για κτ. τελείως ασήμαντο, ευτελές ή αδιάφορο. τον φάγανε ~, τον σκότωσαν κρυφά ή άδικα, τον εξουδετέρωσαν. ΠAΡ Aκριβός* στα πίτουρα και φτηνός στα λάχανα / στ΄ αλεύρι. Όμοιος τον όμοιο και η κοπριά* στα λάχανα. Άφραχτος* κήπος, έρημα τα λάχανα. 2. (πληθ.) καλλιεργούμενα ή αυτοφυή φαγώσιμα χόρτα· λαχανικά. λαχανάκι το YΠΟKΟΡ: Λαχανάκια Bρυξελλών, ποικιλία λάχανου με πολύ μικρό μέγεθος.

[μσν. λάχανο < αρχ. λάχανον `καλλιεργημένο χορταρικό, ήμερο λάχανο΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαχανο- [laxano] & λαχανό- [laxanó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & λαχαν- [laxan], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις: 1. με αναφορά στο λάχανο: ~ντολμάς, λαχανόρυζο, λαχανόφυλλο. 2. με αναφορά στα λαχανικά: λαχαναγορά, λαχανόκηπος, ~πώλης, ~πώλισσα.

[1: αρχ. λαχαν(ο)- θ. του ουσ. λάχα νο(ν) ως α' συνθ.: αρχ. λαχανο-πωλήτρια `μανάβισσα΄, ελνστ. λαχανο-πωλεῖον `μανάβικο΄, μσν. λαχανό-πιτα· 2: λόγ. < αρχ. λαχαν(ο)- & σημδ. γερμ. Gemüse ή γαλλ. légumes: λαχανό-κηπος (δες λ.)]

[Λεξικό Κριαρά]
λαχανόγουλον το.
  • Φαγώσιμο τρυφερό κοτσάνι λαχανικού:
    • λαχανόγουλα, κραμβία και σευκλογούλια (Προδρ. III 197-6 χφ P κριτ. υπ).

[<ουσ. λάχανον + γουλίν. Η λ. στο Du Cange]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαχανόκηπος ο [laxanókipos] Ο20 : κήπος όπου καλλιεργούνται λαχανικά.

[λόγ. λαχανο- + κήπος μτφρδ. γαλλ. jardin potager ή γερμ. Gemüse garten]

[Λεξικό Κριαρά]
λάχανον το.
  • α) (Συν. στον πληθ.) λαχανικό, κηπευτικό, φαγώσιμο χορταρικό:
    • (Σταφ., Ιατροσ. 493
    • πάντα τῳ αμιρᾴ παραδέδωκεν ως λάχανα κήπου (Σφρ., Χρον. 15019
    • να πάγει να μαζώνει λάχανα … στα χωράφια (Τζάνε, Κρ. πόλ. 25828
  • β) προκ. για είδος λάχανου:
    • τα λάχανα τά λέγουσιν φρυγιά (Διήγ. παιδ. 601).

[αρχ. ουσ. λάχανον. Η λ. και σήμ. (‑ο)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαχανοντολμάς ο [laxanodolmás] Ο1 : ντολμάς που τυλίγεται σε φύλλα λάχανου· λαχανοσαρμάς.

[λαχανο- + ντολμάς]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαχανόπιτα η [laxanópita] Ο27 : πίτα από χορταρικά· χορτόπιτα.

[μσν. λαχανόπιτα < λαχανο- + -πιτα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαχανοσαρμάς ο [laxanosarmás] Ο1 : ο λαχανοντολμάς.

[λαχανο- + σαρμάς]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαχανόφυλλο το [laxanófilo] Ο41 : το μεγάλο, σαρκώδες φύλλο του λάχανου.

[λαχανο- + φύλλο]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go