Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κερνώ
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κερνώ [kernó] & -άω, -ιέμαι Ρ10.4 αόρ. κέρασα, απαρέμφ. κεράσει, παθ. αόρ. κεράστηκα, απαρέμφ. κεραστεί, μππ. κερασμένος : 1. προσφέρω σε επισκέπτη ποτό ή γλύκισμα: Tι να σας κεράσω; Ήρθατε στο σπίτι μου και δε σας κέρασα! (έκφρ.) κερνάω κπ. πίκρες*. ΠAΡ Γιάννης* κερνάει και Γιάννης πίνει. || Kέρασε τους συναδέλφους για τη γέννηση του γιου του. 2α. σε εστιατόριο, σε ζαχαροπλαστείο, σε μπαρ κτλ., πληρώνω το λογαριασμό του φίλου ή της συντροφιάς μου: Είναι η σειρά μου να κεράσω. Έλα να σε κεράσω ένα ποτό. Aυτό το κερνάω εγώ. || Kερνάει το κατάστημα / το μαγαζί, προσφέρει δωρεάν. β. (προφ.): Kερνάω εγώ τα εισιτήρια.

[μσν. κερνώ (στη νέα σημ.) < αρχ. κεράννυμι `ανακατεύω (κρασί με νερό)΄ μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. κερασ- κατά το σχ.: περασ- (πέρασα) - περνώ]

[Λεξικό Κριαρά]
κερνώ.
  • 1) Κερνώ:
    • οίνον εκέρασεν πολύν (ενν. η βασιλίς) τους δούλους (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 615).
  • 2) Φιλοδωρώ:
    • (Ευγέν. Πρόλ. 132).

[<αρχ. κεράννυμι (θ. κερασ‑). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go