Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κατηχισμός
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
κατηχισμός ο.
  • Διδασκαλία των χριστιανικών δογμάτων, κήρυγμα:
    • (Χριστ. διδασκ. Προοίμ. [β´]).

[<αόρ. του κατηχίζω + κατάλ. μός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go