Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κατηχητικός -ή -ό
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κατηχητικός -ή -ό [katixitikós] Ε1 : 1. που έχει σχέση με την κατήχηση: H κατηχητική διδασκαλία. Tο κατηχητικό έργο της Εκκλησίας. Tο κατηχητικό σχολείο, το κατηχητικό. 2. (ως ουσ.) α. το κατηχητικό, εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις παιδιών και νέων σχολικής ηλικίας, που οργανώνονται, κατά ενορίες, από την Εκκλησία και που έχουν ως σκοπό τη θρησκευτική και ηθική διαπαιδαγώγηση της νεότητας. (έκφρ.) αυτή / αυτός είναι του κατηχητικού, ειρωνικά, για κπ., κυρίως για γυναίκα, με εμφάνιση και με συμπεριφορά πολύ συντηρητική. β. η κατηχητική, κλάδος της θεολογίας που ασχολείται με την κατήχηση.

[λόγ.: 1: ελνστ. κατηχητικός· 2: σημδ. γαλλ. catéchisme < ελνστ. κατήχησις]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go