Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: θεωρώ
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θεωρώ [θeoró] -ούμαι Ρ10.9 : 1. πιστεύω ή έχω τη γνώμη ότι κάποιος ή κτ. έχει ορισμένη ιδιότητα: Tον ~ έξυπνο / ανόητο / τίμιο / κακοήθη. ~ τον εαυτό μου τυχερό. Tον θεωρούσα φίλο μου αλλά με πρόδωσε. ~ τη συνεργασία του απαραίτητη. H λύση του προβλήματος θεωρήθηκε σωστή / λανθασμένη. Δε ~ σωστό να κρύψω την αλήθεια. ~ ότι κάθε προσπάθεια είναι μάταιη, νομίζω. 2. (για αφηρ. ουσ.) εξετάζω κτ. προσεκτικά: Θεωρούμε την πολιτική κατάσταση κάτω από το πρίσμα των νέων εξελίξεων. || εξετάζω κτ. που υποθέτω, δέχομαι ότι υπάρχει: Aς θεωρήσουμε έναν κύκλο με ακτίνα πέντε εκατοστών. 3. κάνω θεώρηση1. α. εξετάζω ένα έγγραφο για να το επικυρώσω: H μετάφραση του πιστοποιητικού πρέπει να θεωρηθεί από την αρμόδια υπηρεσία. || δίνω ένα έγγραφο στην αρμόδια υπηρεσία για να μου το θεωρήσει: Πρέπει να θεωρήσω το διαβα τήριό μου. β. εξετάζω ένα κείμενο για να το διορθώσω: ~ τα χειρόγραφα / τα δοκίμια.

[λόγ. < αρχ. θεωρῶ (3: σημδ.: α: γαλλ. viser· β: γαλλ. réviser)]

[Λεξικό Κριαρά]
θεωρώ· ηθωρώ· θιωρώ· θωρώ· φωρώ.
  • I. Ενεργ.
    • Α´ Μτβ.
      • 1)
        • α) Βλέπω, κοιτάζω κάπ. ή κ., αντικρίζω:
          • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 2929), (Ερωτόκρ. Α´ 2059
        • β) παρατηρώ, παρακολουθώ προσεκτικά:
          • (Ιστ. πολιτ. 464
        • γ) επιθεωρώ:
          • (Χρον. Μορ. H 4812
        • δ) (μεταφ.)
          • δ1) βρίσκω:
            • για τούτη ύπνο δε θωρώ (Πανώρ. Α´ 109
          • δ2) προσέχω:
            • θώριε τον γιατρό σου (Φαλιέρ., Ενύπν. 95
        • ε) φρ.
          • (1) δε θωρώ Θεού πρόσωπο = δεν προκόβω:
            • (Αποκ. Θεοτ. II 178
          • (2) θεωρώ αγγέλους, βλ. άγγελος Α´3 φρ.·
          • (3) ενουδέν ή ου) θεωρώθωρώ) την ώραν … = δε βλέπω την ώρα να …, ανυπομονώ να …:
            • (Φορτουν. Δ´ 499
          • (4) θεωρώ καλώς κ. ή κάπ. = έχω καλή διάθεση για κ. ή κάπ.:
            • (Έκθ. χρον. 207).
      • 2)
        • α) Αντιλαμβάνομαι, διαπιστώνω κ.:
          • (Ερωτόκρ. Β´ 62
        • β) διαβλέπω, προβλέπω:
          • θωρώ αλλαξοβασιλίκια (Τζάνε, Κρ. πόλ. 56224
        • γ) διακρίνω, κρίνω:
          • θωρεί (ενν. η τύχη) ποιοι πρέπει να ’ναι πλούσοι (Ερωφ. Δ´ 292
        • δ) γνωρίζω:
          • Ο δε σιρ … μη θωρώντα τον αμιράλλην πως επέθανεν … (Μαχ. 2728).
      • 3) Νομίζω, θεωρώ, πιστεύω:
        • για ξόμπλι τόσης ατυχιάς όλοι να τση θωρούσι (Στάθ. Ιντ. α´ 36).
      • 4) Υπολογίζω, σκέφτομαι:
        • (Ερωτόκρ. Β´ 624
        • φρ. θεωρώ προς φυγήν = «κοιτώ» να φύγω, σκέφτομαι να φύγω:
          • (Καναν. 336-7).
    • Β´ Αμτβ.
      • α) Έχω το φως μου, βλέπω:
        • να ζει και να θωρεί (Κυπρ. ερωτ. 11310
      • β) προσέχω:
        • άγωμε και θεώρει ήσυχά τε και γαληνά (Πόλ. Τρωάδ. 469).
  • II. Μέσ.
    • 1) Φαίνομαι· μοιάζω με κ.:
      • κεφάλια να πετούνται, σαν νεράντζια να θωρούνται (Διακρούσ. 6955).
    • 2) (Στον πληθ.) αλληλοβλεπόμαστε:
      • στο πρόσωπο θωρούνται (Ερωτόκρ. Α´ 1954).

[αρχ. θεωρέω. Ο τ. φωρώ και σήμ. κυπρ. Η λ. και ο τ. θωρώ και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go