Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: θερμαίνω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θερμαίνω [θerméno] -ομαι Ρ7.2 : ΣYN ζεσταίνω. 1α. αυξάνω τη θερμοκρασία ενός σώματος. ANT ψύχω: Ο ήλιος θερμαίνει τη γη. Οι ταχυθερμοσίφωνες θερμαίνουν το νερό σε λίγα λεπτά. Tο διαμέρισμα θερμαίνεται με καλοριφέρ. Θερμαινόμενος χώρος. Θερμαινόμενη πισίνα. β. παράγω ή εκπέμπω θερμότητα: Tο κάρβουνο θερμαίνει καλύτερα από το ξύλο. Aυτή η σόμπα δε θερμαίνει καλά. 2. (μτφ.) α. δίνω σε κτ. μεγαλύτερη ένταση, ζωηρότητα. ANT ψυχραίνω: Πλησιάζουν οι εκλογές και η πολιτική ατμόσφαιρα αρχίζει να θερμαίνεται. β. δημιουργώ ένα κλίμα θαλπωρής ή ψυχικής τόνωσης: H παρουσία της θέρμαινε την ψυχρή ατμόσφαιρα του σπιτιού. H ελπίδα της λευτεριάς θέρμαινε τις καρδιές των σκλάβων.

[λόγ. < αρχ. θερμαίνω (2β: & σημδ. γαλλ. se chauffer)]

[Λεξικό Κριαρά]
θερμαίνω.
  • I. (Ενεργ.) ζεσταίνω:
    • (Σταφ., Ιατροσ. 9249
    • (μεταφ.):
      • αγάπη δεν με θέρμανε (Θησ. Η´ [1013]).
  • II. (Μέσ.) ανάβω, αγριεύω (μεταφ.):
    • (Διγ. Esc. 1181).
  • Η μτχ. ενεργ. και μέσ. ενεστ. ως επίθ. = ζεστός:
    • κρέας πρόβειον και θερμαίνον (Ιερακοσ. 44328· 4139).

[αρχ. θερμαίνω. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go