Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ζύγωμα
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζύγωμα το [zíγoma] Ο49 : (λογοτ.) πλησίασμα.

[ζυγώ(νω) -μα (διαφ. το συγγ. ελνστ. ζύγωμα `αμπάρα΄)]

[Λεξικό Κριαρά]
ζύγωμα το.
  • Απώθηση:
    • περίσσια ζυγώματα κι ωραιότατες μαλιές (Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β´ 124).

[<ζυγώνω (σημασ. 2) + κατάλ. μα· βλ. Βλάχ., λ. ζή‑. Η λ. με διαφορ. σημασ. μτγν. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζυγωματικός -ή -ό [ziγomatikós] Ε1 : (ανατ.) α. ζυγωματικά οστά, και ως ουσ. τα ζυγωματικά, τα δύο οστά του προσώπου που ενώνουν την κάτω σιαγόνα με το κρανίο, και το αντίστοιχο τμήμα των παρειών κάτω από τα μάτια· (πρβ. τα μήλα* του προσώπου). β. που βρίσκεται στα ζυγωματικά οστά: Zυγωματική απόφυση. Zυγωματικό τόξο / νεύρο.

[λόγ. < γαλλ. zygomatique < νλατ. zygomaticus < zygomat- < ελνστ. ζυγωματ- (ζύγωμα) `ζυγωματικό τόξο΄ -icus = -ικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go