Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ζουλάπι
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζουλάπι το [zulápi] Ο44 : (λαϊκότρ.) α. άγριο ζώο: Tαραγμένα απ΄ τις τουφεκιές τα ζουλάπια κρύβονταν στις φωλιές τους. β. ως κλητική προσφώνηση ή χαρακτηρισμός προσώπου, ο οποίος δείχνει υποτίμηση, περιφρόνηση: Bρε ζουλάπια, εμένα πάτε να κοροϊδέψετε;

[βλάχ. zulap(e) ή αλβ. zullapi]

[Λεξικό Κριαρά]
ζουλάπιν το· ζουλάπι.
  • Φαρμακευτικό παρασκεύασμα ρευστό, φτιαγμένο από νερό και αποστάγματα λουλουδιών, ζάχαρη ή μέλι, που χρησιμοποιείται ως μαλακτικό και ηρεμιστικό ή για να διαλύονται σ’ αυτό άλλα φάρμακα:
    • (Ιατροσ. κώδ. σις´).

[<αραβ. ğulāb <περσ. gulāb. Η λ. τον 7.-9. αι. (LBG, ιον), στο Meursius (λ. ιον) και το Du Cange (και τ. ζουλάβιν)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go