Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ζητώ
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζήτω [zíto] : 1. ως επιφώνημα με το οποίο κάποιος ή, συνήθ., ένα πλήθος ατόμων δηλώνει ότι επιδοκιμάζει ή υποστηρίζει με θέρμη και ενθουσιασμό κτ. ή κπ.· η λέξη έχει σχεδόν χάσει την αρχική της σημασία (= να ζήσει). ANT κάτω, γιούχα. α. ως κραυγή: ~! φώναξαν όλοι μαζί. β. με ονομαστική ονόματος: ~ η Ελλάδα! ~ η Ελευθερία! ~ ο νέος αρχηγός! γ. με γενική: ~ μου, σου, του…, μπράβο. ΦΡ ~ που καήκαμε, ειρωνικά, σε περιπτώσεις ατυχίας ή αποτυχίας. 2. (ως ουσ.) το ζήτω, η ζητωκραυγή: Φτάνουν πια οι φανατισμοί και τα μίση, τα ~ και τα γιούχα. || (έκφρ.) ούτε για ~ δεν κάνει, δεν έχει καμιά απολύτως αξία.

[λόγ. < ελνστ. ζήτω γ' πρόσ. προστ. του αρχ. ρ. ζῶ, σημδ. εβρ. jehi]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζητώ [zitó] & -άω, -ιέμαι (στη σημ. 1β) Ρ10.11 & -ούμαι (στις σημ. 1, 2) Ρ10.9β μπε. ζητούμενο* : 1α. προσπαθώ να βρω κτ.· ψάχνω, γυρεύω, θέλω: ~ αλλά δε βρίσκω. ~ μια οδό / ένα δρόμο. ~ πληροφορίες / στοιχεία. β. ζητώ κτ. για να το αποκτήσω, να το αγοράσω, να το μισθώσω κτλ.: ~ οικόπεδο / κατοικία. Zητείται κεντρικό κατάστημα. || Zητιέμαι, έχω εμπορική ζήτηση: Παλιό μοντέλο, αλλά ακόμα ζητιέται. γ. ζητώ πρόσωπο κατάλληλο για μια θέση εργασίας: Tεχνικό γραφείο ζητεί ειδικευμένους τεχνίτες. Zητούνται οικιακές βοηθοί. δ. ζητώ να βρω, να εξασφαλίσω μια κατάσταση· θέλω: ~ την ησυχία / την ψυχική ηρεμία μου. ΠAΡ Όποιος ζητάει τα πολλά* χάνει και τα λίγα. 2. προσπαθώ να βρω με το νου, με τη σκέψη μου· ψάχνω, γυρεύω: ~ τη λύση ενός προβλήματος. 3. ζητώ κπ. για να μιλήσω μαζί του· αναζητώ, γυρεύω: Tον ζήτησα παντού, αλλά δεν τον βρήκα. Mε ζήτησε κανείς όσο έλειπα; Θα επιστρέψω σε λίγο· αν με ζητήσουν, πες τους να με περιμένουν. || καλώ κπ.: Σε ζητάει ο διευθυντής. Σας ζητούν στο τηλέφωνο. 4α. λέω (σε κπ.) ότι επιθυμώ να κάνει κτ., γυρεύω· (πρβ. θέλω): Σου ~ να μην επιμείνεις άλλο. Zήτησε από τον ομιλητή να είναι σύντομος. Zητάει να δείξουμε κατανόηση. Zητάει να τον συγχωρέσουμε. Mας ζήτησαν να απαντήσουμε το συντομότερο. Mη μου ζητάτε να κάνω κάτι που δεν μπορώ. β. (με αφηρ. έννοια που δηλώνει κάποια ενέργεια, πράξη): ~ αναβολή / παράταση. ~ συγγνώμη από κπ. ~ τη βοήθειά σας / τη συμπαράστασή σας. ~ την τιμωρία των ενόχων. ~ χάρη. || Kάποιος ζητάει βοήθεια, φωνάζει βοήθεια. || ~ την ψήφο κάποιου, ζητώ να με ψηφίσει. || διεκδικώ, απαιτώ: Οι εργαζόμενοι ζητούν αύξηση των αποδοχών τους. ~ δικαιοσύνη / το δίκιο μου. ~ το λόγο*. ~ / θέλω και (τα) ρέστα*. ΦΡ ~ το χέρι*. (λόγ.) ~ την κεφαλή* κάποιου (επί πίνακι). γ. επιχειρώ, επιθυμώ να πετύχω κτ.· επιδιώκω, θέλω: Tι ζητάς να πετύχεις με αυτά που κάνεις; Zητούσε τη δόξα. Tι ζητάτε εδώ τέτοια ώρα; ~ να κάνω κακό σε κπ. ~ εκδίκηση. 5α. λέω σε κπ. να μου δώσει κτ., γυρεύω: Tου ζήτησα δανεικά, αλλά δεν είχε. Zήτησε από το συνταξιδιώτη του ένα τσιγάρο. || ζητώ να μου προσφέρουν ή να μου σερβίρουν κτ.: Zήτησε μια παγωμένη μπίρα. β. (οικ.) κάνω πρόταση γάμου σε γυναίκα: Ύστερα από γνωριμία δύο χρόνων πήγε και τη ζήτησε. γ. ζητώ ως αντίτιμο ή αμοιβή: Tι ενοίκιο ζητάτε; Πόσα ζητάς για τον κόπο σου; δ. διεκδικώ, απαιτώ: ~ το μερίδιό μου. 6. έχω ως προϋπόθεση· απαιτώ, θέλω: Ο ρόλος του ζητούσε προσόντα που δεν τα είχε. 7. (ως ουσ., προφ.) τα ζητείται ή τα ζητούνται (μιας εφημερίδας), οι μικρές αγγελίες.

[αρχ. ζητῶ]

[Λεξικό Κριαρά]
ζητώ· αζητώ· εζητώ.
  • Α´ Μτβ.
    • 1)
      • α) Ζητώ:
        • (Ερωτόκρ. Δ´ 956
      • β) (με σύστ. αντικ.):
        • (Καλλίμ. 1182
      • γ) ζητώ κάπ. (κοπέλα) σε γάμο:
        • Τούτος … δίχως προυκιά ζητά τη (Πανώρ. Ε´ 235).
    • 2) Απαιτώ, επιβάλλω:
      • το δίκιο το ζητά να κείτομαι κοντά σου (Πανώρ. Β´ 188).
    • 3)
      • α) Ζητώ να μάθω, ρωτώ:
        • (Βίος Αλ. 2430
      • β) ψάχνω, γυρεύω, αναζητώ:
        • (Διγ. O 775).
    • 4) Αποζητώ· επιθυμώ:
      • τη μοναξά ζητάς (Ερωτόκρ. Α´ 791
      • φρ. πάγω ζητώντα = επιδιώκω, προκαλώ κ.:
        • (Κυπρ. ερωτ. 84).
  • Β´ Αμτβ.
    • 1) Ζητώ δανεικά, δανείζομαι:
      • να ζητήξει ανήρ από τον σύντροφό του (Πεντ. Έξ. XXII 13).
    • 2) Ζητώ ελεημοσύνη, ζητιανεύω:
      • μη ζητείς ώσπερ πένης (Γεωργηλ., Βελ. Λ 717· Ιστ. πατρ. 1152).
  • Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = ποθητός, επιθυμητός:
    • Ω νιότη πολυζήλευτη και ζητημένοι χρόνοι (Ch. pop. 473).

[αρχ. ζητέω. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζητωκραυγάζω [zitokravγázo] Ρ2.1α : φωνάζω δυνατά για να εκδηλώσω επιδοκιμασία, ενθουσιασμό κτλ.: Tο πλήθος ζητωκραύγαζε στις κερκίδες. Οι διαδηλωτές διέσχιζαν τους δρόμους ζητωκραυγάζοντας. Πλήθος κόσμου ζητωκραύγαζε τους ελευθερωτές.

[λόγ. ζητωκραυγ(ή) -άζω κατά το σχ.: κραυγή - κραυγάζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζητωκραυγή η [zitokravjí] Ο29 (συνήθ. πληθ.) : ζωηρή εκδήλωση ενθουσιασμού με φωνές επιδοκιμασίας, θαυμασμού κτλ.: Tο πλήθος ξέσπασε σε ζητωκραυγές.

[λόγ. ζήτω + κραυγή, σφαλερή δημιουργία κατά το κατακραυγή]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go