Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ζευγαρώνω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζευγαρώνω [zevγaróno] Ρ1α μππ. στη σημ. 2β ζευγαρωμένος : 1. βρίσκω το ταίρι πράγματος, συνδέω, συνδυάζω κτ. με άλλο, ώστε να αποτελέσουν ζεύγος: Δώσε μου άλλο ένα, να τα ζευγαρώσω. 2α. βάζω μαζί δύο ζώα αντίθετου φύλου για αναπαραγωγή: ~ τα καναρίνια / τις καρδερίνες / τα σκυλιά. β. βρίσκω το ερωτικό μου ταίρι (και ζω μαζί του): Tα τρυγόνια ζευγαρώνουν από τον Aπρίλιο ως τον Aύγουστο. 3. (μτφ.) συνδέω, συνδυάζω σε μια αρμονική και γόνιμη σχέση· συνταιριάζω, παντρεύω.

[ζευγάρ(ι) -ώνω]

[Λεξικό Κριαρά]
ζευγαρώνω.
  • Συγκροτώ ζεύγος:
    • δυο δυο εζευγαρώνασι (ενν. τα πουλιά) (Ερωτόκρ. Ε´ 781).

[<ουσ. ζευγάρι + κατάλ. ώνω. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go