Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ελεύθερος -η -ο
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Κριαρά]
ελεύθερος, επίθ.· ελεύτερος· ’λεύθερος· λεύτερος.
  • 1)
    • α) (Προκ. για χώρα) που δε βρίσκεται κάτω από ξένη εξουσία:
      • (Ιντ. κρ. θεάτρ. Α´ 166
    • β) αυτόνομος:
      • (Αχέλ. 2399).
  • 2)
    • α) Απαλλαγμένος από κάπ. ή κ.:
      • από σκλαβιά παντοτινή λεύτερος απομένω (Πανώρ. Β´ 506
    • β) απαλλαγμένος από ευθύνη, αθώος:
      • Το δίκαιον κρίνει ότι να ένι ελεύθερος απέ … τον φόνον (Ασσίζ. 46010).
  • 3) Αποφυλακισμένος, απελευθερωμένος:
    • τον Καλλίμαχον τα σίδηρα λυτρώσας, ελεύθερον παρέδωκεν τούτον τῃ Χρυσορρόῃ (Καλλίμ. 2593).
  • 4) (Προκ. για χέρι) που κινείται ελεύθερα:
    • (Ερωτόκρ. Δ´ 1857).
  • 5)
    • α) Άγαμος:
      • άνδρα έτερον … μηδέν επάρει, αλλά να μένει ελευθέρα (Σφρ., Χρον. 11225
    • β) έκφρ. ο βλέπων φως ελεύθερον = άγαμος:
      • (Γλυκά, Στ. 126).
  • 6) Προσιτός· γενναιόδωρος:
    • αμή είχεν χέριν αγαθόν, ελεύθερον εις πάντας (Χρον. Τόκκων 3362).
  • 7) Ανεπηρέαστος:
    • ας έν’ … η γνώμη σου ελευθέρα (Σπαν. P 13).
  • 8) (Προκ. για ζώα) διαθέσιμος:
    • (Χρον. σουλτ. 694).
  • Το θηλ. ως ουσ. = γυναίκα ελευθερίων ηθών, πόρνη:
    • (Πτωχολ. α 593).

[αρχ. επίθ. ελεύθερος. Ο τ. ’λεύθερος στο Du Cange. Η λ. και οι τ. ελεύτερος και λεύτερος και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ελεύθερος -η -ο [eléfθeros] Ε5 λόγ. θηλ. και ελευθέρα : που δεν υπόκειται σε οποιονδήποτε περιορισμό. 1. (για πρόσ. ή για σύνολο προσώπων) α. που δεν υπόκειται στη βούληση άλλου, που πράττει σύμφωνα με τη δική του βούληση, χωρίς να εμποδίζεται ή να καθοδηγείται από άλλον. ANT υπόδουλος, υποδουλωμένος, σκλαβωμένος: Ελεύθεροι λαοί. Ελεύθερο έθνος. Οι άνθρωποι γεννιούνται και είναι ελεύθεροι. || που μπορεί να κάνει ή να μην κάνει συγκεκριμένη πράξη, κατά τη δική του και μόνο βούληση: Δε θέλω να σας πιέσω· είστε ελεύθεροι να ενεργήσετε με όποιον τρόπο θέλετε. β. που δε δεσμεύεται από ορισμένο καθήκον, υποχρέωση κτλ.: Σήμερα τελειώνω και από αύριο θα είμαι ~. || (ειδ.) ~ υπηρεσίας, απαλλαγμένος για ορισμένο χρόνο από υποχρέωση υπηρεσίας. γ. (ειδ.) που δεν είναι δεσμευμένος με σχέση γάμου. ANT παντρεμένος: Έχει δύο κόρες ελεύθερες. 2. (για έμψ.) που δεν εμποδίζεται να κινηθεί, επειδή τον έχουν κλείσει σε περιορισμένο χώρο ή επειδή τον έχουν δέσει: Aφήνω κπ. ή κτ. ελεύθερο, ελευθερώνω: Mη δένεις το ζώο, άσ΄ το ελεύθερο. Άνοιξε το κλουβί και άφησε τα πουλιά ελεύθερα. (έκφρ.) ελεύθερο πουλί*. 3. (για σκέψη κτλ.) που δεν υπόκειται σε εξαναγκασμό: Ελεύθερη σκέψη. Ελεύθερο φρόνημα. 4. για χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάποιος δεν εμποδίζεται από καμιά προγραμματισμένη ή υποχρεωτική εργασία και μπορεί να ασχοληθεί με ό,τι θέλει: Aν έχετε κάποιο απόγευμα ελεύθερο, περάστε να τα πούμε. Mε τόσες υποχρεώσεις που έχω, πού να μου μείνει ~ χρόνος για διασκέδαση! || (ειδικότ.): ~ χρόνος, σε αντιδιαστολή προς τον εργάσιμο. || Ελεύθερο ωράριο (εργασίας), που ρυθμίζεται κατά τη βούληση του ίδιου του εργαζομένου. || Ελεύθερο ωράριο καταστημάτων, που δεν ορίζεται από μια υποχρεωτική για όλα τα καταστήματα ρύθμιση. 5α. για χώρο (πραγματικό ή νοητό) στον οποίο δεν εμποδίζεται πράξη ή δραστηριότητα: Ελεύθερο πεδίο δράσης. Ο δρόμος είναι ~. ANT κλειστός. Ελεύθερη δίοδος. Ελεύθερη είσοδος*. || (ειδικότ.): Tο (δελτίο) ελευθέρας (εισόδου κτλ.), που απαλλάσσει τον κάτοχό του από την υποχρέωση να πληρώσει εισιτήριο εισόδου σε χώρο θεάματος, επιβίβασης σε συγκοινωνιακό μέσο κτλ. β. για θέση που δεν είναι κατειλημμένη: Yπάρχουν ακόμα λίγες ελεύθερες θέσεις. γ. για οίκημα, αίθουσα κτλ. που προσφέρεται για ενοικίαση, χρήση κτλ.: Ελεύθερο διαμέρισμα. ANT νοικιασμένο. Yπάρχει κάποιο ελεύθερο δωμάτιο (στο ξενοδοχείο); δ. (για ταξί): Tέτοια ώρα και με βροχή, είναι δύσκολο να βρεις ταξί ελεύθερο, άδειο. 6. για οποιαδήποτε δραστηριότητα που νομίμως δεν υπόκειται σε ρυθμίσεις και εξαρτήσεις που ισχύουν για άλλες ίδιες: Ελεύθερη συζήτηση. Ελεύθερο θέατρο, σε αντιδιαστολή προς το κρατικό. || Ελεύθερες σπουδές. Kέντρα ελευθέρων σπουδών. || Ελεύθερο επάγγελμα, ατομικό και μη εξαρτώμενο από εργοδότη· (πρβ. ελευθέριο). ~ επαγγελματίας. || Ελεύθερη οικονομία*. Ελεύθερη αγορά*. || ~ σκοπευτής*. || Ελευθέρα ζώνη*. || (μετρ.) ~ στίχος, που δεν υπόκειται σε μετρικούς περιορισμούς. 7. (νομ.) που δεν είναι υποθηκευμένος: Aκίνητο ελεύθερο βάρους. 8. για μετάφραση που δεν ακολουθεί πιστά το πρωτότυπο. 9. (ως ουσ.) το ελεύθερο, η ελευθερία, στις έκφράσεις δίνω σε κπ. το ελεύθερο να κάνει κτ., του επιτρέπω. έχω το ελεύθερο να κάνω κτ., μου επιτρέπεται. ελεύθερα ΕΠIΡΡ χωρίς εμπόδιο, δέσμευση, εξαναγκασμό κτλ.: Mη διστάζετε· μιλήστε ~. Όποιος ~ συλλογάται, συλλογάται καλά.

[λόγ.: 1-3: αρχ. ἐλεύθερος (1γ: σημδ. γαλλ. libre, διαφ. το ελνστ. ἐλευθέρα `παντρεμένη΄ (δηλ. που δε βρίσκεται πια κάτω από την πατρική εξουσία)· 4-8: σημδ. γαλλ. libre· 9: σημδ. γαλλ. liberté]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ελευθεροστομία η [elefθerostomía] Ο25 : τολμηρός τρόπος ομιλίας. α. τρόπος έκφρασης και ομιλίας που αντιβαίνει στους κοινώς αποδεκτούς κανόνες ευπρεπούς και ηθικής συμπεριφοράς· αυθάδεια ή, συνηθέστερα, αθυροστομία. β. ειλικρινής και θαρραλέα έκφραση γνώμης· παρρησία.

[λόγ.: β: ελνστ. ἐλευθεροστομία· α: κατά τη σημ. του ελευθερόστομοςα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ελευθερόστομος -η -ο [elefθeróstomos] Ε5 : που μιλά με τρόπο τολμηρό. α. που όταν μιλά, χρησιμοποιεί λέξεις και εκφράσεις τολμηρές, που αντιβαίνουν στους κοινώς αποδεκτούς περιορισμούς της ευπρεπούς και ηθικής συμπεριφοράς· αυθάδης ή, συνηθέστερα, αθυρόστομος. β. που μιλά με τόλμη και ειλικρίνεια, με παρρησία.

[λόγ.: β: αρχ. ἐλευθερόστομος· α: κατά τη σημ. του ελευθεριάζω]

[Λεξικό Κριαρά]
ελευθεροσύνη η· λευτεροσύνη.
  • 1) Απελευθέρωση:
    • Εχάσανε τσ’ ολπίδες τως και τη λευτεροσύνη (Τζάνε, Κρ. πόλ. 44625).
  • 2) (Μεταφ.) λύτρωση:
    • λειτουργίες … όσες χρειάζεται διά την ελευθεροσύνην της (Ρωσσέρ. 275).

[<επίθ. ελεύθερος + κατάλ. σύνη. Η λ. στο Βλάχ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go