Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διάφοροι -ες -α
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διάφοροι -ες -α [δiáfori] Ε5 λόγ. γεν. πληθ. και διαφόρων : 1. για πρόσωπα ή για πράγματα, ομοειδή ως προς το κύριο χαρακτηριστικό τους, που διαφέρουν όμως μεταξύ τους και που τα αναφέρουμε μαζί, χωρίς όμως να κατονομάζουμε καθένα χωριστά: Είδαμε διάφορους γνωστούς. Πήγαμε σε διάφορα μέρη. Aκούσαμε διάφορες ενδιαφέρουσες απόψεις. Παραιτήθηκε για πολλούς και διάφορους λόγους. 2. (ως ουσ.) α. οι διάφοροι, θηλ. διάφορες, συνήθ. μειωτικά για πρόσωπα που δε θέλουμε να τα κατονομάσουμε: Δε με ενδιαφέρει τι λένε οι διάφοροι. β. τα διάφορα: Mην πιστεύεις τα διάφορα που ακούς. (έκφρ.) πολλά* και διάφορα.

[ελνστ. διάφοροι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go