Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: γράφω
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γράφω [γráfo] -ομαι Ρ4 παθ. αόρ. (σπάν.) και γράφηκα, απαρέμφ. (σπάν.) και γραφεί : 1α. παριστάνω το λόγο ή τη σκέψη μου με ένα συμβατικό σύστημα γραφικών συμβόλων, κυρίως πάνω σε χαρτί: Δεν ξέρει ούτε να γράφει ούτε να διαβάζει. Tους έπιασαν να γράφουν συνθήματα στους τοίχους. Γράφει καθαρά και ευανάγνωστα. ~ με το χέρι / στη γραφομηχανή / με μολύβι / με μελάνι. Tο στιλό δε γράφει. Γράψε το τηλέφωνο / τη διεύθυνσή μου, σημείωσε. Mπορείς να διαβάσεις τι είναι γραμμένο / τι γράφει εκεί; (έκφρ.) γράφει με τα πόδια*. || ~ εξετάσεις, εξετάζομαι γραπτά. Πέρασε ο τροχονόμος και τον έγραψε, τον σημείωσε για παράβαση. Πώς το γράφεις το όνομά σου;, πώς το ορθογραφείς; (έκφρ.) ~ / εγγράφω κτ. στο ενεργητικό* / στο παθητικό* μου. ΦΡ ~ ιστορία*. γράψε λάθος*. β. αποτυπώνω ήχο ή εικόνα σε ένα ηλεκτρονικό μηχάνημα: Έγραψα στο μαγνητόφωνο τη συναυλία / στο βίντεο την εκπομπή της τηλεόρασης. || Tο μαγνητόφωνο χάλασε· δε γράφει, δε λειτουργεί. γ. (μτφ.) συγκρατώ στη μνήμη μου: Aυτό που θα σου πω γράψ΄ το καλά στο μυαλό σου. || για να δηλώσουμε αδιαφορία ή περιφρόνηση στις ΦΡ ~ κπ. / κτ. στα παλιά μου τα παπούτσια / τα τεφτέρια. (λαϊκ.) σε ~! ~ κπ. εκεί που δεν πιάνει μελάνη. ~ κπ. κανονικά / σ΄ έχω γραμμένο. 2. γράφω επιστολή, αλληλογραφώ: Nα μας γράφεις πιο τακτικά. Aπό τότε που έφυγε, μου έγραψε μόνο μια φορά. || Mην της γράψεις πως είμαι άρρωστη, μην της το γνωστοποιήσεις με γράμμα. (έκφρ.) γράψε μου!, για να δηλώσουμε ότι δεν πρόκειται να συμβεί κτ.: Aν σου φέρει τα δανεικά, γράψε μου! στο καλό* και να μας γράφεις. 3α. συντάσσω ένα επιστημονικό, λογοτεχνικό κτλ. έργο: Γράφει τα απομνημονεύματά του. Γράφει ποιήματα από μικρός. Γράφει πολύ γλαφυρά και παραστατικά. Γράφει σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά, δημοσιογραφεί. Ο τύπος έγραψε πολύ καλές κριτικές. Tο βιβλίο αυτό γράφτηκε πρώτα στα αγγλικά. Tι γράφει αυτό το βιβλίο;, ποιο είναι το περιεχόμενό του; β. συνθέτω μουσική: Έχει γράψει θαυμάσια τραγούδια. 4. δηλώνω κπ. κάπου, τον καταγράφω στον κατάλογο ενός συγκροτημένου συνόλου ανθρώπων· εγγράφω: Έγραψα το παιδί στο σχολείο. Γράφτηκες στους εκλογικούς καταλόγους; Δεν είναι γραμμένος σε κανένα κόμμα, δεν είναι μέλος. ΦΡ ~ κπ. στα μαύρα* κατάστιχα. 5. κληροδοτώ με διαθήκη: Tο σπίτι το ΄γραψε στη γυναίκα του. 6. για δυστυχία, κακοτυχία, ορίζω ως πεπρωμένο: Tο ΄γραφε η μοίρα μου. Tου το ΄χε γραμμένο η μοίρα. (έκφρ.) ό,τι γράφει δεν ξεγράφει, ό,τι έχει γίνει ή ό,τι είναι από τη μοίρα να γίνει δεν μπορούμε να το αλλάξουμε. || (ως ουσ.) τα γραμμένα: Tης τύχης τα γραμμένα. 7. (λογοτ.) (μππ.) καλοσχηματισμένος: Φρύδια γραμμένα.

[αρχ. γράφω `χαράζω, ζωγραφίζω, γράφω΄]

[Λεξικό Κριαρά]
γράφω.
  • I. Ενεργ.
    • 1)
      • α) Εκφράζω λόγια με γράμματα του αλφαβήτου, γράφω:
        • (Ιστ. πατρ. 11016
      • β) χαράσσω πάνω σε μάρμαρο, επιγράφω:
        • (Ch. pop. 421).
    • 2) (Μεταφ.) χαράσσω κ. στη μνήμη, στην καρδιά, αποτυπώνω:
      • την λαχτάραν του στ’ ανέβλεμμά ντου γράφει (Ερωτόκρ. Β´ 2292).
    • 3) Ζωγραφίζω:
      • (Διγ. Gr. 3071).
    • 4)
      • α) (Ενίοτε με αντικ. το γραφή) γράφω γράμμα σε κάπ., στέλνω επιστολή:
        • ο ρήγας έγραψεν γραφές εις τον πάπαν (Μαχ. 15412
      • β) γνωστοποιώ με γράμμα, στέλνω γραπτό μήνυμα:
        • ο γενεράλες έγραψε πως θα τσ’ αναγυρέψει (Τζάνε, Κρ. πόλ. 15815
      • γ) παραγγέλλω γραπτώς, δίνω έγγραφες διαταγές:
        • εγράψαμεν ορισμούς εις πάντας (Σφρ., Χρον. 4219).
    • 5) Συγγράφω:
      • πόσους να πλέξω στίχους, πόσα να γράψω και να πω (Προδρ. III 143).
    • 6)
      • α) Ορίζω κάπ. με διαθήκη ή επίσημο έγγραφο κληρονόμο:
        • (Στάθ. Γ´ 449
      • β) (προκ. για γραπτή συμφωνία) συνάπτω:
        • Εκάμανε τες σύβασες κι εις το χαρτί εγραφτήκα (Τζάνε, Κρ. πόλ. 38523
      • γ) συντάσσω (συμβολαιογραφική πράξη):
        • Περί διαζυγίου, οπού γράφει ο αρχιερεύς (Βακτ. αρχιερ. 189).
    • 7) Κατατάσσω, περιλαμβάνω κάπ. σε κατάλογο ονομάτων, καταγράφω, αριθμώ:
      • (Καλλίμ. 1048).
    • 8) (Προκ. για τη μοίρα ή την τύχη) ορίζω ως πεπρωμένο:
      • Αϊλί τόν γράψουν άτυχον της Δυστυχίας τα χέρια (Λόγ. παρηγ. L 88).
    • 9) Φρ. γράφω κάπ. δούλο, δουλευτή = θέτω κάπ. στην υπηρεσία κάπ.:
      • (Ερωτόκρ. Ε´ 258).
  • II. (Μέσ.) φρ. γράφομαι δούλος, υπόδουλος, κλπ., κάπ. = θεωρώ τον εαυτό μου δούλο κάπ.:
    • (Ζήν. Πρόλ. 70).
  • Το ουδ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = το γραφτό, το μοιραίο:
    • (Βοσκοπ. 297).

[αρχ. γράφω. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γράφων ο [γráfon] θηλ. γράφουσα [γráfusa] Ο (βλ. Ε12) : 1. (λόγ.) αυτός που γράφει κτ. 2. σε γραπτό λόγο, τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας ενός κειμένου αναφέρεται στον εαυτό του.

[λόγ. < αρχ. γράφων, γράφουσα μεε. του γράφω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go