Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: γλυφός
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
γλυφός, επίθ.· βλυχός· γλυχός.
  • Υφάλμυρος:
    • νερόν … πολλά γλυφόν και κακόποτον (Μαχ. 3824).

[πιθ. <μτγν. επίθ. *βλυχός (πβ. Steph., λ. βλυχώδης· βλ. Φάβης, Αθ. 45, 1933, 370)· κατά Τσοπανάκη 1983: Ι 148, 152 γλιφός <λιχός. Ο τ. βλυχός σήμ. ιδιωμ. Η λ. στο Somav. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γλυφός -ή -ό [γlifós] Ε1 : που έχει υφάλμυρη γεύση: Tο νερό του πηγαδιού μας είναι γλυφό. γλυφούτσικος -η -ο YΠΟKΟΡ.

[αρχ. *βλιχός (πρβ. αρχ. βλιχώδης `γλοιώδης, κολλώδης΄, ελνστ. γρ. βλυχώδης `γλυφός(;)΄) > γλιφός με αντιμετάθ. χειλ. - υπερ. [v-x > γ-f], χωρίς αλλ. ηχηρότητας (πρβ. μσν. συμφυρ. γλυχός ίδ. σημ.)· γλυφ(ός) -ούτσικος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go