Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: γαιο
5 items total [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γαιο- [jeo] & γαιό- [jeó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & γαι- [je], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : το ουσ. γη ως α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· (πρβ. γεω-, γη-)· δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό: α. αναφέρεται στη γη ως καλλιεργήσιμη ή μη έκταση: ~κτήμονας, ~κτησία. β. αναφέρεται στη γη με τη γενική σημασία, στο χώμα: γαιότοιχος. γ. προέρχεται από τη γη: γαιάνθρακας.

[λόγ. < αρχ. γαι(ο)- θ. του ουσ. γαῖ(α) (ποιητ. τ. αντί γῆ) -ο- ως α' συνθ.: αρχ. γαιο-νόμος `που κατοικεί στη χώρα΄ & μτφρδ.: γαιο-κτήμονας < γερμ. Land besitzer]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γαιοκτήμονας ο [jeoktímonas] Ο5 : ιδιοκτήτης μεγάλων εκτάσεων γης, συνήθ. καλλιεργήσιμης· μεγαλοκτηματίας· (πρβ. τσιφλικάς).

[λόγ. γαιοκτήμ(ων) -ονας < γαιο- + κτήμ(α) -ων κατά το ακτήμων μτφρδ. γερμ. Landbesitzer]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γαιοκτησία η [jeoktisía] Ο25 : η ιδιοκτησία εκτάσεων καλλιεργήσιμης γης: Δεν υπήρξε / δεν έγινε αλλαγή στο καθεστώς γαιοκτησίας.

[λόγ. γαιο- + κτήσ(ις) -ία μτφρδ. γερμ. Landbesitz]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γαιόσακος ο [jeósakos] Ο20α : (στρατ.) σάκος που τον γεμίζουν με χώμα ή άμμο και που τον χρησιμοποιούν στην κατασκευή πρόχειρων οχυρωμάτων.

[λόγ. γαιο- + σάκος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γαιοστατικός -ή -ό [jeostatikós] Ε1 : (αστροναυτ.) για τεχνητό δορυφόρο που ακολουθεί την περιστροφική τροχιά της γης, με αποτέλεσμα να βρίσκεται συνεχώς πάνω από το ίδιο σημείο της γήινης επιφάνειας: Γαιοστατική τροχιά.

[λόγ. < αγγλ. geostatic < geo- = γαιο- + -static < αρχ. στατικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go