Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αφαιρώ
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αφαιρώ [aferó] -ούμαι Ρ10.10 παθ. αόρ. αφαιρέθηκα, απαρέμφ. αφαιρεθεί, μππ. αφηρημένος* και (σπάν.) αφαιρεμένος : I.βγάζω, παίρνω κτ. από κάπου. ANT προσθέτω. 1. βγάζω από ένα μέγεθος (ποσό, αριθμό κτλ.) ένα μέρος έτσι ώστε να το κάνω μικρότερο· κάνω αφαίρεση: Aν αφαιρέσουμε από το δέκα το οκτώ μένει υπόλοιπο δύο. Aφαιρώντας από την τιμή πωλήσεως το κόστος παραγωγής βρίσκουμε το καθαρό κέρδος. Aπό τα έσοδα αφαιρούμε τα έξοδα για να βρούμε το καθαρό κέρδος. 2. παίρνω κτ. από εκεί όπου είναι τοποθετημένο ή προσαρμοσμένο· βγάζω: ~ τα παλιά κεραμίδια από μια στέγη, για να τοποθετήσω καινούρια. ~ το πώμα από ένα μπουκάλι. Ο γιατρός αφαίρεσε το γύψο από το σπασμένο χέρι. || (για όργανα του σώματος) αφαιρώ με εγχείρηση: Tου αφαίρεσαν το ένα νεφρό. Tου αφαιρέθηκε το ένα νεφρό. 3. παίρνω από κπ. κτ. που του ανήκει (ένα αγαθό, δικαίωμα κτλ.): Ο πρόεδρος του αφαίρεσε το λόγο. Tο δικαστήριο του αφαίρεσε τα πολιτικά δικαιώματα, του στέρησε. H αστυνομία του αφαίρεσε την άδεια οδηγήσεως, του πήρε. Kανείς δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει τη ζωή του άλλου. Aφαίρεσε χρήματα από τον πατέρα του. 4. παραλείπω σκόπιμα, διαγράφω, απαλείφω κτ. από ένα κείμενο λόγου: Δε θα επιτρέψω να αφαιρέσετε ούτε μία παράγραφο. II. (παθ.) βρίσκομαι σε κατάσταση ολικής ή μερικής εξασθένισης της αντιληπτικής μου ικανότητας. 1. δεν προσέχω σε ό,τι συμβαίνει γύρω μου, γιατί ο νους μου πλανάται αλλού: Πρόσεχε τι λέει· μην αφαιρείσαι. 2. απορροφάται όλη μου η προσοχή σε κτ. και έτσι χάνω την αίσθηση της πραγματικότητας· αποξεχνιέμαι, ξεχνιέμαι: Mε το διάβασμα αφαιρέθηκα και πέρασε η ώρα.

[λόγ.: I: αρχ. ἀφαιρῶ (I2: ελνστ. σημ.)· II: σημδ. γαλλ. se distraire]

[Λεξικό Γεωργακά]
αφαιρώ [aferό] αφαιρεί, ipf αφαιρούσα, aor αφαίρεσα (& αφήρεσα, subj αφαιρέσω), pf & plupf έχω-είχα αφαιρέσει, mediop αφαιρούμαι, ipf αφαιρούμουν (& αφαιριόμουν), aor αφαιρέθηκα (subj αφαιρεθώ), pf & plupf έχω-είχα αφαιρεθεί, είμαι-ήμουν αφηρημένος, (L)
  • ① take out of, take away, remove, detach, extract (syn βγάζω):
    • αφαιρεί το καπέλο από το κεφάλι |
    • ~ τα αγκάθια του ψαριού |
    • αφαιρεί το κάλυμμα του βιβλίου |
    • ο γιατρός τής αφαίρεσε τις ωοθήκες |
    • να αφαιρεθούν οι άσκοπες αυτές επιγραφές |
    • ο επικαρπωτής έχει δικαίωμα ν' αφαιρέσει το κατασκεύασμα που έκανε ο ίδιος (Christidis AK) |
    • βρήκαν ευκαιρία να αφαιρέσουν από τη Σύρο σπάνιες αρχαιότητες (Varelas) |
    • αφαιρείται συνήθως ένα τεμάχιο του οστού στο σημείο του εγκεφάλου που αισθάνεται περισσότερο πόνο .. ο ασθενής (Poulianos) |
    • οι υπόλοιπες [σειρές κερκίδες] αφαιρέθηκαν, για να χρησιμοποιηθούν ως οικοδομικό υλικό (Floros)
  • ⓐ divest or dispossess s.o. of sth, take away, remove, or withdraw sth fr s.o. (syn απαλλοτριώνω 3, απεκδύω 1, αποστερώ 1, παίρνω):
    • του αφαιρεί τον λόγο |
    • του αφαιρέθηκε η ιθαγένεια |
    • του αφαιρέθηκαν όλα τα προνόμια |
    • του αφαίρεσαν την άδεια οδηγήσεως |
    • αφαίρεσε από χιλιάδες ανθρώπους τη ζωή και την ευτυχία (Theodorakop) |
    • αφαίρεσαν από τους χωρικούς τα όπλα τους (Christidis) |
    • πρέπει να ευγνωμονεί τον θεό που του 'γινε η μεγάλη χάρη να του αφαιρεθεί το φως (Kanellop) |
    • για λόγους εξωτερικής πολιτικής του αφήρεσαν την αρχηγία (ChZalokostas)
  • ⓑ remove unlawfully, steal, purloin (near-syn κλέβω, L υπεξαιρώ):
    • αφαίρεσε χρήματα από το ταμείο |
    • της ~ μεγάλα ποσά με απάτη
  • ② take, deduct, subtract (syn βγάζω, κατεβάζω, ant προσθέτω):
    • ~ τρία από πέντε subtract three fr five |
    • ~ τα έξοδα από τα έσοδα |
    • του αφαιρούν από το μισθό πολλές κρατήσεις
  • ⓒ take (away), detract:
    • οι διάφοροι περισπασμοί .. του αφαιρούσαν χρόνο και δύναμη από τη διδασκαλία του (Vacalop) |
    • κανένας δεν εσκέφτηκε ν' αφαιρέσει από τη δόξα του Mοριά (Petsalis)
  • ③ deduce or consider through abstraction, abstract:
    • η χρήση των επιθέτων προϋποθέτει .. την ικανότητα ν' αφαιρεί τις ποιότητες αυτές από τα πράγματα (Geros)
  • ④ mi αφαιρούμαι lose one's concentration, lose o.s. in thought or reverie, become detached or distracted, daydream (syn απολησμονιέμαι, αποξεχνιέμαι, ξεχνιέμαι):
    • το μυαλό, η σκέψη του αφαιρείται |
    • ρουθούνιζε κάθε τόσο έναν περίφημο ταμπάκο .. και κάπως αφαιρούνταν (TAthanasiadis) |
    • ένας μελετηρός έφηβος αφαιρέθηκε εκεί με το βιβλίο στο χέρι (Theotokas) |
    • είχα αφαιρεθεί να κοιτάζω το κύμα (Prevelakis) |
    • έφυγε ο απόστρατος ναύαρχος, που ήταν αφηρημένος στο μπριτζ (Ouranis)

[fr kath αφαιρώ ← PatrG, K (also pap), AG]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go