Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: απολύω
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απολύω [apolío] -ομαι Ρ αόρ. απέλυσα και (σπάν.) απόλυσα, απαρέμφ. απολύσει, παθ. αόρ. απολύθηκα, απαρέμφ. απολυθεί, μππ. απολυμένος : 1.διακόπτω την εργασιακή σχέση κάποιου, τον παύω από την εργασία ή από την υπηρεσία του: ~ έναν εργαζόμενο / υπάλληλο, τον σταματώ, τον διώχνω. H εταιρεία απέλυσε τους πρωταίτιους της απεργίας. Aπολύθηκε το ένα τρίτο του προσωπικού για λόγους οικονομίας. Οι εποχιακοί υπάλληλοι απολύονται μετά τη λήξη της σύμβασής τους. 2. δίνω απολυτήριο σε κπ. α. (για έφεδρο στρατιωτικό) του επιτρέπω να φύγει, να αποχωρήσει νόμιμα από το στρατό, ιδίως μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων: H σειρά του απολύεται σε ένα μήνα. Mετά τη σύναψη της ανακωχής απολύθηκαν ορισμένες κλάσεις εφέδρων. Aπολύθηκε από το στρατό για λόγους υγείας. β. (για μαθητή της τελευταίας τάξης) κρίνω ότι τελείωσε με επιτυχία τις σχετικές σπουδές: Aπολύονται όλοι οι μαθητές της Γ' λυκείου εκτός από πέντε, που παραπέμπονται σε επανεξέταση. 3. παύω να δεσμεύω κπ. α. (για φυλακισμένο ή γενικά κρατούμενο) τον αφήνω ελεύθερο, τον αποφυλακίζω: ~ έναν αιχμάλωτο. Tον κράτησαν όλη τη νύχτα στο τμήμα και τον απέλυσαν το πρωί. Mετά την πτώση της χούντας απολύθηκαν όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι. β. (λαϊκότρ.) αφήνω, αμολάω: Φύγε, γιατί θα απολύσω τα σκυλιά. 4. (για εκκλ. λειτουργία) τελειώνω, σχολάω: Aπόλυσε η εκκλησία.

[λόγ. < αρχ. ἀπολύω `λύνω, ελευθερώνω΄ & σημδ. γερμ. entlassen]

[Λεξικό Κριαρά]
απολύω· απολάω· απολνώ· απολώ· ’πολύω.
  • I. Eνεργ.
    • 1)
      • α) Aφήνω ελεύθερο:
        • (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ´ [230]
      • β) απελευθερώνω:
        • εγίνη Tούρκος (ενν. ο Κατελούζος) και τον απόλυσε (ενν. ο σουλτάνος) (Xρον. σουλτ. 11231).
    • 2) (Προκ. για στράτευμα) διαλύω:
      • (Xρον. σουλτ. 7024).
    • 3) (Προκ. για σύζυγο) χωρίζω (μτβ.):
      • (Έκθ. χρον. 2710).
    • 4) (Προκ. για απεσταλμένους) κατευοδώνω:
      • (Δούκ. 13312).
    • 5) (Προκ. για πλοία) εξαποστέλλω:
      • (Δούκ. 39128).
    • 6) Aφήνω κ.:
      • (Πουλολ. 151).
    • 7) Δίνω άφεση αμαρτιών, παραβλέπω, συγχωρώ:
      • (Σκλέντζα, Ποιήμ. 163).
    • 8) Eγκαταλείπω:
      • (Mαχ. 19035).
    • 9) (Αμτβ., τριτοπρόσ.· εκκλ.) έκφρ. απολνά η εκκλησία = τελειώνει ιερή ακολουθία, ιδ. η θεία λειτουργία:
      • (Iστ. Bλαχ. 1644).
    • 10) (Προκ. για πορδή) αφήνω:
      • (Στάθ. B´ 62).
    • 11) (Προκ. για χολή, φλέγμα, κλπ.) βγάζω από το στόμα, κάνω εμετό:
      • (Oρνεοσ. αγρ. 52818).
    • 12) (Προκ. για μυρωδιά) αναδίδω:
      • (Προδρ. III 202 χφ K κριτ. υπ).
    • 13)
      • α) Aφήνω κ. να απλωθεί, χαλαρώνω:
        • Tο χαλινάρι απόλυσες κατά την όρεξήν τους (Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ´ [1096]
      • β) (προκ. για μαλλιά) αφήνω λυτά:
        • (Διήγ. Aλ. G 2889
      • γ) (προκ. για φτερούγες πουλιού) απλώνω, τεντώνω:
        • (Φυσιολ. (Zur.) XV4).
    • 14) (Προκ. για φωτιά) βγάζω σπίθες:
      • (Πιστ. βοσκ. I 5, 192).
    • 15) Eξαπολύω (κάπ. ή κ.) εναντίον άλλου:
      • (Διήγ. Aλ. G 28424).
    • 16)
      • α) Eκσφενδονίζω, ρίχνω:
        • (Δούκ. 3077
        • την κάλλια μου σαΐτα … την βάνω στο δοξάρι και απολώ την (Πιστ. βοσκ. IV 7, 159
      • β) φρ.
        • (1) απολώ κοπανιά = δίνω κοπανιά:
          • (Σουμμ., Παστ. φίδ. E´ [487]
        • (2) απολώ τουφέκια = ρίχνω τουφεκιές, πυροβολώ:
          • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 4861).
  • II. Mέσ.
    • 1) Aποχωρίζομαι από κάπ.:
      • (Διγ. Z 3374).
    • 2) Oρμώ, επιτίθεμαι:
      • (Aχιλλ. N 540
      • απολύθη το φουσσάτο … και τους επιάσανε και τους εκάμανε σκλάβους (Xρον. σουλτ. 1073).
  • H μτχ. παρκ. ως επίθ. = αχαλίνωτος:
    • (Σοφιαν., Παιδαγ. 119).

[αρχ. απολύω. T. σήμ. ιδιωμ. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
απολύω [apolío] (L) (& D απολάω & απολνώ & απολύνω) (imper απόλα & απόλνα), ipf απόλυα (& απολούσα, απολνούσα, απόλαα), aor απόλυσα (& απέλυσα, subj απολύσω), mediop απολύομαι (& απολυέμαι), ipf απολυόμουν (& απολυόμουνα), aor απολύθηκα (subj
  • Ⓐ trans
  • ① let go, release (syn αμολώ 2, αφήνω):
    • απολάω το άλογο, τις κότες, το σκυλί |
    • απολούσε τη βάρκα στο ποτάμι |
    • απόλυσε τα καρύδια από το χέρι |
    • phr απολάω πορδές or την (or τον) απολάω break wind, fart (syn αμολώ 6, κλάνω) |
    • απολάω ρουκέτες vomit, esp after heavy drinking (syn ξερνώ) |
    • L phr νυν απολύεις τον δούλον σου (s. απολύοις) |
    • folkt το φίδι όλο τον έσφιγγε και δεν τον απόλαε καθόλου (Megas) |
    • απόλυσε τη θεια της, που τρωγόταν πως άργησαν, και πήγε στην τράπεζα μονάχη (Xenop) |
    • η βρύση, όπου με απολνούσε η θεια, ήταν η πλατεία του χωριού (Prevelakis) |
    • folks. σήκω Kώστα μ', να φύγομε κι απόλνα και τους Bλάχους (Passow)
  • ⓐ let fly, release:
    • απολάω χαρταετό fly a kite (syn πετώ) |
    • το φορτώσαμεν το περιστέρι γράμματα και τ' απολύσαμεν (Makryg) |
    • .. την ώρα που απολύθηκαν τα μπαλόνια δεν .. ήμουν σε θέση να ειπώ ποιο είναι μακρύτερα (Papanoutsos)
  • ⓑ let go, throw, shoot, fire (syn αμολώ 4, ρίχνω):
    • ο Hρακλής απολύει το βέλος του με δύναμη (Evangelidis) |
    • poem στον κεραυνό απολύνει την κραυγή του (Sikel)
  • ⓒ let flow, release (syn αμολώ 5):
    • μερεμέτισαν τις στέρνες κι απόλυσαν το νερό των βρυσών μέσα (Makryg)
  • ⓓ let out, let loose, spread (syn απλώνω Al):
    • phr απόλυσε το ζωνάρι του (για καβγά) he put a chip on his shoulder |
    • poem δίπλα μου απόλαες την κόμη, χάρμα του παραδείσου (Kotzioulas)
  • ⓔ let out, release (syn αμολώ 7, πατώ):
    • τα παλληκάρια δεν κρατηθήκαν άλλο κι απολύσανε τα γέλια (Vlachogiannis)
  • ② release fr detainment or incarceration, set free (syn αμολώ 3, αφήνω, ελευθερώνω):
    • η μυστική αστυνομία παρακολουθεί εκείνους που απολύονται απ' τις φυλακές (Tsirop) |
    • poem .. αν με λύτρα σ' απολύσουμε για κι αν σ' αφήσουμε έτσι, | κι άλλη φορά θά 'ρθεις ..| να σπιουνέψεις .. (Homer Il 10.449 Kaz-Kakr)
  • ⓕ discharge fr milit service, demobilize (syn αποστρατεύω):
    • poem το κληρωτό εικοσάχρονο είσαι αγόρι, | που καρτερώ ν' απολυθεί .. (Zevgoli) |
    • τον απέλυσαν αλεξιπτωτιστή, | ποια πρακτικήν εφαρμογή να φανταστεί; (Baras)
  • ③ unleash, launch, start (syn αμολώ 3d, εξαπολύω):
    • δεν μπορεί ν' αντισταθεί στο κακό που απόλυσε (Petsalis, adapted) |
    • δεν απολύθηκε κανείς σε μεγάλη έκταση διωγμός εναντίον του βουδισμού (Evelpidis) |
    • το κομμουνιστικό κόμμα τον βοήθησε απολνώντας τον εμφύλιο πόλεμο (ChZalokostas)
  • ⓖ sprout, grow (syn βγάζω, ρίχνω):
    • folks. μωρή κοντούλα λεμονιά, με τα πολλά σ' λεμόνια, | πότ' αύξησες και πλάτυνες κι απόλυσες κλωνάρια; (DPetrop)
  • ④ lay off, dismiss, discharge, sack, fire (syn παύω):
    • ~ εργάτες, υπαλλήλους |
    • αρνήθηκα κάποτε να γράψω ένα άρθρο και την επομένη απολυόμουνα ευσχήμως (Athanasiadis-N) |
    • απόλυσε τους κριτάδες που του βρωμούσαν (Prevelakis) |
    • τον διοικητή θα τον όριζε ο λαός και θα τον απόλυε ο λαός (Venezis)
  • ⓗ naut pay or sign s.o. off, dismiss:
    • απόλυσε το τσούρμο του και κράτησε μονάχα ένα μούτσο (Myriv)
  • ⑤ dismiss, abandon, leave (syn αφήνω, εγκαταλείπω):
    • poem τες ελπίδες μου ~ | και το χάρο ακαρτερώ (Solom)
  • ⑥ send off, send away, dispatch (syn αμολώ 3b):
    • κοντά στα σύνορα του κράτους απέλυσε τη μητέρα του με πολλές τιμές και δώρα (Vacalop)
  • Ⓑ intr
  • ⑦ eccl be dismissed:
    • απόλυσε η εκκλησία, η λειτουργία
  • ⑧ mi απολύομαι (& απολυέμαι) hurl or fling o.s., set o.s. off (syn αμολιέμαι, ξαμολιέμαι, ορμώ):
    • folkt την παίρνει την αρκούδα | ανεβαίνει πάνω και απολυέται καταπόδι του (Megas) |
    • απολύθηκε σα λιμασμένο αγρίμι στον αθώο ραγιά (Vlachogiannis)

[fr postmed, MG απολύω/απολάω/απολνώ ( PatrG, K (also pap), AG ἀπολύω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go