Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: απολαμβάνω
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απολαμβάνω [apolamváno] & απολαβαίνω [apolavéno] Ρ αόρ. απόλαυσα, απαρέμφ. απολαύσει : 1α.χαίρομαι, ευχαριστιέμαι ιδιαίτερα (με τις αισθήσεις ή με το πνεύμα) τη χρήση, την κατανάλωση ή γενικότερα τη σχέση μου με κτ.: ~ το φαγητό / το ποτό / το παιχνίδι / τον ήλιο / τη θάλασσα / τον έρωτα / ένα θέαμα / ένα βιβλίο. Aπολαμβάνει τις χαρές της ζωής. ~ τις ανέσεις ενός πολυτελούς ξενοδοχείου. Θέλω να απολαύσω το ηλιοβασίλεμα. Άφησέ με να απολαύσω πρώτα το φαγητό μου. β. ευχαριστιέμαι, διασκεδάζω ιδιαίτερα με τις ενέργειες ή με τη συμπεριφορά κάποιου: Tο κοινό απόλαυσε το μεγάλο ηθοποιό / τον κωμικό / τον ταχυδακτυλουργό. Tον ~ καθώς μιλάει / χορεύει / παίζει. 2. (λόγ., με γεν.) ~ τιμών / σεβασμού / εμπιστοσύνης κ.ά., με τιμούν, με σέβονται, με εμπιστεύονται κ.ά. 3. κερδίζω, ωφελούμαι: Πρέπει να κοπιάσεις τώρα, αν θέλεις να απολαύσεις αργότερα. Δεν απολαβαίνει σχεδόν τίποτα από την καλλιέργεια του κτήματός του.

[λόγ. < μσν. απολαμβάνω σύμπτ. των αρχ. ἀπολαύω (στη σημ. 3) + ἀπολαμβάνω (στις σημ. 1, 2) με βάση τα συνοπτ. θ. απολαυ(σ)- / απολαβ- (νεοελλ. λαϊκό: απολαύω - απόλαψα)· μεταπλ. κατά το λαμβάνω > λαβαίνω]

[Λεξικό Κριαρά]
απολαμβάνω.
  • 1) Kαρπώνομαι, κερδίζω:
    • (Kαλλίμ. 1849), (Θησ. Z´ [886]).
  • 2) Λαμβάνω ως συνέπεια των έργων μου αμοιβή ή τιμωρία:
    • (Περί ξεν. 491 κριτ. υπ.), (Διγ. Άνδρ. 40817
    • φρ. το απολαμβάνω = «πληρώνω», τιμωρούμαι για κ.:
      • (Aσσίζ. 45430).
  • 3) Yφίσταμαι:
    • ονειδισμούς από πολλών αεί ν’ απολαμβάνω (Pιμ. Bελ. ρ 226).
  • 4) (Mε αντικ. πρόσωπο) αποκτώ:
    • απέλαβαν βασιλέα ειρηνοποιόν (Xρον. 309).

[αρχ. απολαμβάνω. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
απολαμβάνω [apolamváno] ipf απολάμβανα & απελάμβανα, (L)
  • ① trans take pleasure or satisfaction in, delight in, revel in, enjoy (syn απολαβαίνω 2, απολαύω 1):
    • ~ τον έρωτα, περίπατο |
    • ~ τη διαδρομή, ζωή, μουσική, νίκη, ομορφιά, συνομιλία, φύση |
    • ~ το γεύμα, κείμενο, παιγνίδι, πρόγραμμα |
    • στη βεράντα απολαμβάναμε το φεγγάρι, τη θάλασσα, τη νύχτα, τον μπάτη (Petsalis) |
    • αυτό είναι το ύφος, η διάρθρωση και η ποιότητα των ταξιδιωτικών εντυπώσεων που απολαμβάνει ο αναγνώστης (Sachinis) |
    • ο καβαλάρης απολάμβανε την εξοχή και τις αναμνήσεις τούτου του τοπίου (Roufos) |
    • poem ~ για λίγο | συντριπτική γαλήνη (NKarouzos)
  • ② have, possess, enjoy (syn απολαύω 2, near-syn έχω):
    • οι πολίτες απολαμβάνουν το δικαίωμα της ισοτιμίας, της ισονομίας και της ισηγορίας (Theodorakop) |
    • οι σχέσεις αυτές αφορούν τις χώρες που απολαμβάνουν θεσμούς ανάλογους προς εκείνους των ιδρυτικών χωρών (AXydis) |
    • ~ την ασφάλεια της μακρινής αγάπης (Papatsonis)
  • ⓐ be accorded, have the benefit of, enjoy (syn απολαβαίνω 2b, απολαύω 2b, χαίρω, ant στερούμαι):
    • ~ ασυλία, ευημερία, εύνοια, περιποιήσεις, προστασία |
    • ο A. K. απολάμβανε μεγάλη υπόληψη από άρχοντες, και βασιλείς της εποχής του (Papantoniou) |
    • ο Λ. N. έκανε την καλύτερη δουλειά όταν απολάμβανε την ήρεμη συμπάθεια των ουμανιστών λογίων (Kanellop) |
    • ο δάσκαλος απολαμβάνει σε όλους τους κύκλους προσοχή και εκτίμηση (Papanoutsos, adapted)
  • ⓑ obtain, get, enjoy (near-syn καρπώνομαι):
    • αν υπήρχε οργανωμένο εμπόριο, οι τιμές τις οποίες θα απελάμβανε ο παραγωγός θα ήταν πιο ικανοποιητικές από τις τιμές που απολαμβάνει σήμερα (PSolomos) |
    • εκείνος που έχει δικαίωμα σε αποζημίωση απολαμβάνει τα ωφελήματα ή τους καρπούς του αντικειμένου (Christidis AK)
  • ③ intr to reap enjoyment or pleasure, enjoy (near-syn χαίρομα):
    • όταν μου δίνεσαι, απολαμβάνω και μαζί ανησυχώ (Chatzinis) |
    • ο Δάντης .. δημιούργησε μια κόλαση για να τους βασανίζει και ν' απολαμβάνει (Ouranis) |
    • ο άνθρωπος βρίσκεται στη ζωή για να δρα και να απολαμβάνει (Louros) |
    • από ελίτ δημιουργική, έγινε ελίτ που απολαμβάνει (Evelpidis) |
    • ο Δίων έπινε κι απολάμβανε (Roufos)

[fr kath απολαμβάνω ← MG, PatrG ← K (also pap), AG; cf απολαβαίνω, απολαύω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go