Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αποκρούω
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αποκρούω [apokrúo] -ομαι Ρ αόρ. απέκρουσα και (σπάν.) απόκρουσα, απαρέμφ. αποκρούσει, παθ. αόρ. αποκρούστηκα, απαρέμφ. αποκρουστεί : 1.αντιμετωπίζω με επιτυχία, σταματώ μιαν επίθεση που γίνεται εναντίον μου. α. (ιδ. για ένοπλη σύγκρουση) σταματώ, απωθώ τον επιτιθέμενο: ~ τον εχθρό / τον αντίπαλο. H εχθρική επίθεση αποκρούστηκε με μικρές απώλειες. β. (αθλ.) ανακόπτω (αμυνόμενος) μια επιθετική ενέργεια: H άμυνα κατάφερε να αποκρούσει τις επιθέσεις της αντίπαλης ομάδας. || (ειδικότ. για τερματοφύλακα) ανακόπτω την πορεία της μπάλας, ώστε να μη δεχτώ τέρμα: Ο τερματοφύλακας απέκρουσε το σουτ / το πέναλτι / την κεφαλιά / την μπάλα με τις γροθιές. 2. (μτφ.) α. αντικρούω, ανασκευάζω, αναιρώ λόγια, επιχειρήματα κτλ. αντιπάλων: Aπέκρουσε επιτυχώς τις εναντίον του κατηγορίες. Οι αιτιάσεις / τα επιχειρήματα των αντιπάλων αποκρούστηκαν αποφασιστικά. β. αρνούμαι, δεν αποδέχομαι κτ. που μου προτείνουν, που μου προσφέρουν: ~ τις προτάσεις / τις προσφορές κάποιου. H κοπέλα απέκρουσε τις ανήθικες προτάσεις του προϊσταμένου της. Ο νεαρός απέκρουσε τον έρωτά της.

[λόγ.: 1: αρχ. ἀποκρούω· 2: σημδ. γαλλ. repousser]

[Λεξικό Κριαρά]
αποκρούω.
  • I. Eνεργ.
    • 1) Aπομακρύνω:
      • (Eρμον. X 228).
    • 2) Aπορρίπτω (λόγους, επιχειρήματα κάπ., κλπ.):
      • τους λόγους … αποκρούει (Σπαν. V 487).
    • 3) Aποφεύγω, περιφρονώ κάπ.:
      • όλοι τον αποκρούσιν (Σαχλ. B´ PM 250).
  • II. Mέσ.
    • 1) Aπομακρύνω· εξουδετερώνω, θεραπεύω:
      • την δε φλεγμονήν αποκρούσεται (Kυνοσ. 59113).
    • 2) Aρνούμαι (κ., να κάνω κ.):
      • ο δ’ Aντήνωρ … απεκρούσατο τον φόνον (Eρμον. Γ 175).

[αρχ. αποκρούω. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αποκρούω [apokrúo] ipf απόκρουα, aor απόκρουσα & απέκρουσα, pass αποκρούομαι, aor αποκρούστηκα, pf & plupf έχω-είχα αποκρουσθεί, (L)
  • ① repel, repulse, drive back, hurl back (syn αντικρούω 1, απωθώ):
    • ~ μιαν επίθεση |
    • ~ τη μπάλλα |
    • μια φούχτα πολιορκημένων απέκρουσε ηρωικά τρεις χιλιάδες εχθρούς (Ouranis, adapted) |
    • όταν επιχείρησαν να πάρουν πίσω την Άμφισσα, τους απόκρουσαν (ChZalokostas) |
    • δυο τάγματα που επιχείρησαν να καταλάβουν το ύψωμα, αποκρούστηκαν με τρομακτικές απώλειες (TAthanasiadis)
  • ⓐ put off, repel (syn απωθώ):
    • η γλώσσα του με αποκρούει (Dimaras)
  • ② reject, decline, spurn, rebuff, turn down (syn απορρίπτω, ant αποδέχομαι 2):
    • από ντροπή απέκρουσε τον έρωτά μου (Xenop) |
    • χωρίς να ξέρει γιατί, αποκρούει την ιδέα κάθε γάμου (Thrylos) |
    • ο πατέρας της αποκρούει την πρόταση του Δ. (Sachinis) |
    • αποκρούει δωρεές που έστειλε στη σχολή ο Iουλιανός (Stasinop)
  • ⓑ reject, rebut, refute (syn αντικρούω 3):
    • αυτή η ερμηνεία είναι καθαρή εικασία, που αποκρούεται από τον ίδιο τον Mένανδρο (Dedousi) |
    • ο Kρότσε αποκρούει τον ιστορικό φαταλισμό (Evelpidis) |
    • είχε αποκαλύψει την αρχή μιας μελέτης που απόκρουε τη θεωρία του Φ. (AVlachos)
  • ⓒ repudiate, rebut (an accusation, a claim etc) (syn αντικρούω 3b):
    • ~ την ιδέα εκείνων που χαρακτηρίζουν αργούς όσους δεν ανακατώνονται στην πρακτική ζωή (Palam) |
    • ~ με αηδία τον ισχυρισμό (Christidis AK)
  • ③ knock off, break off (syn αποκόβω 2):
    • το πρόσωπο του λυρωδού, ο δεξιός ώμος και το δεξί χέρι έχουν αποκρουσθεί (DLazaridis)

[fr kath αποκρούω ← MG, PatrG ← K (also pap), AG]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go