Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αουτσάιντερ
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αουτσάιντερ το [autsáider] Ο (άκλ.) : (αθλ.) σε ένα αγώνισμα, σε μία αναμέτρηση ο αθλητής ή η ομάδα που κερδίζει παρά τις προβλέψεις. || αυτός που κερδίζει ή που διακρίνεται, ενώ δε συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες νίκης ή επιτυχίας. ANT φαβορί.

[λόγ. < αγγλ. outsider]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go