Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ανωνυμογραφώ
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανωνυμογραφώ [anonimoγrafó] Ρ10.9α : γράφω και δημοσιεύω ανώνυμες επιστολές ή κείμενα.

[λόγ. ανωνυμογράφ(ος) -ώ]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανωνυμογραφώ [anonimoγrafó] ανωνυμογραφείς, (L)
  • write anonymously

[fr kath (neol Koumanoudis) ανωνυμογραφώ, der of ανωνυμογράφος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go