Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αβουλία
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αβουλία η [avulía] Ο25 : 1.η έλλειψη βούλησης, αποφασιστικότητας: Στις δύσκολες στιγμές τον κυρίευε μια ~. Διακρινόταν πάντα για την αδράνεια και την ~. 2. (ιατρ.) παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την απουσία βουλητικής ενέργειας.

[λόγ. < αρχ. ἀβουλία]

[Λεξικό Γεωργακά]
αβουλία [avulía] η, (L)
  • ① lack of willpower, want of volition (syn αναποφάσιστο):
    • το εφικτό το 'κανε ανέφικτο η αδράνεια και η ~ σου |
    • το βήμα εκείνο δεν το έκαμα, ποιητής καθώς ήμουνα, με δόσην ικανήν αβουλίας, ανανδρίας, μα και φαντασίας (Palam) |
    • χρειάζεται να θέλουμε. Aπό πόσες μου αβουλίες δεν μου γεννήθηκαν τύραννοι (id.) |
    • ο Aμλέτος της διστακτικότητας και της αβουλίας (Melas) |
    • αλλά σήμερα να! μ' έπιασε πάλι η ~ μου... το μυαλό μου δεν θέλει να πιάση δουλειά (Theotokas) |
    • οι Έλληνες αυτοί του IE΄ αιώνα είχαν υπερνικήσει μέσα τους την ιστορική ~ των λογίων και θεολόγων των αμέσως προηγουμένων καιρών (Kanellop) |
    • poem θα κολαστή η αδυναμία εις τα καμώματά τους, | αυτή η κατάρα του Θεού, η ~ του ανθρώπου (Papatsonis) |
    • μες στο ξυλένιο αμπαρωθήκαμε τοιχί | της αβουλίας και της πρόληψης (TKontos)
  • ⓐ aboulia, pathological condition manifested in the absence of folition for activity:
    • {οι φρενοπαθείς} εμφανίζουν την ~ του ύπνου (Moustoxidis)
  • ② blind staggers, disease of domestic animals

[fr K ← AG ἀβουλία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αβούλιαχτος -η -ο [avúlaxtos] Ε5 : ANT βουλιαγμένος. 1. που δε βούλια ξε ή που δε βουλιάζει· αβύθιστος: Aπό τη φουρτούνα κανένα ψαροκάικο δεν έμεινε αβούλιαχτο. 2. (για οικοδομή, τοίχο κτλ.) που δεν κατέρρευσε ή που δεν έπαθε καθίζηση: Στέγη αβούλιαχτη. Σ΄ ένα μόνο σημείο ο δρόμος έμεινε ~.

[α- 1 βουλιακ- (βουλιάζω) -τος με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] ]

[Λεξικό Γεωργακά]
αβούλιαχτος, -η, -ο [avúljaxtos] (& region. αβούλιαστος & αβούλιαγος)
  • not sunk or unsinkable:
    • από τη φουρτούνα δεν έμεινε καΐκι αβούλιαχτο |
    • η βάρκα μου είναι πολύ γερή, αβούλιαχτη
  • ⓐ not having subsided, not settled (syn που δεν έπαθε καθίζηση):
    • το μέρος αυτό έμεινε αβούλιαχτο

[cpd of βουλιαχτός ← βουλιάζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go