Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αβδηρίτης
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αβδηρίτης ο [avδirítis] Ο10 θηλ. αβδηρίτισσα [avδirítisa] Ο27 : αυτός που είναι ανόητος, μικρόμυαλος, ηλίθιος.

[λόγ. < αρχ. Ἀβδηρίτης (αρχική σημ.: `κάτοικος της πόλης Ἄβδηρα στη Θράκη΄)· λόγ. αβδηρίτ(ης) -ισσα]

[Λεξικό Γεωργακά]
Αβδηρίτης [av∂irítis] ο,
  • ① inhab of Abdera
  • ② (L) stupid or narrow-minded person.
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go