Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: άξονας
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άξονας ο [áksonas] Ο2 : I1.εξάρτημα μηχανήματος, συνήθ. σε σχήμα ράβδου, που εξυπηρετεί την περιστροφή ή τη στήριξη των τμημάτων μιας κατασκευής. || Ο μπροστινός / πισινός ~ του αυτοκινήτου, ράβδος που ενώνει τους τροχούς ενός τροχοφόρου. 2. νοητή ευθεία: α. γύρω από την οποία εκτελείται μια περιστροφική κίνηση: Ο ~ της γης. β. γύρω από την οποία είναι συμμετρικά διατεταγμένη η μάζα ενός σώματος: ~ κυλίνδρου / σφαίρας / κρυστάλλου. || νοητή γραμμή που θεωρητικά ακολουθεί ένα σώμα κατά τη μεγαλύτερή του διάσταση περνώντας από το κέντρο: Ο ~ του δρόμου. || (επιστ.) ~ φυτού, η νοητή ευθεία που ενώνει την κορυφή του φυτού με τη ρίζα. ~ φακού, η νοητή ευθεία που ενώνει τα κέντρα των δύο επιφανειών του φακού. Οπτικός ~, νοητή ευθεία που ενώνει το κέντρο του κερατοειδούς με την κύρια εστία του οπτικού νεύρου. || (ανατ.) ο δεύτερος αυχενικός σπόνδυλος. γ. με βάση την οποία καθορίζεται το συμμετρικό ενός σημείου: ~ συμμετρίας. ~ των χ. ~ ταλαντώσεως. || σε μια ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική σύνθεση, η νοητή ευθεία με βάση την οποία δομούνται τα διάφορα στοιχεία της σύνδεσης ή γίνονται μετρήσεις: Διαγώνιος ~. II. (μτφ.) 1. κατευθυντήρια αρχή η οποία καθορίζει τη γενική τάση γύρω από την οποία δομείται ένα θέμα: Ο κύριος ~ της αμερικάνικης πολιτικής. H έννοια της ελευθερίας είναι ο κεντρικός ~ στην ποίηση του Σολωμού. H συζήτηση οργανώθηκε γύρω από τρεις βασικούς άξονες. || βασική γραμμή κατεύθυνσης ή κίνησης: Οι μεγάλοι οδικοί άξονες. Άξονες κυκλοφορίας. 2. ό,τι συνδέει ως συμμαχικός δεσμός: ~ Mόσχας-Παρισίων. || Άξονας, συμμαχία ανάμεσα στη φασιστική Iταλία και στη χιτλερική Γερμανία: Οι δυνάμεις του Άξονα.

[λόγ.: Ι: αρχ. ἄξων, αιτ. -ονα· ΙΙ1: σημδ. γαλλ. axe· ΙΙ2: σημδ. γερμ. Achse]

[Λεξικό Γεωργακά]
άξονας [áksonas] ο, (& L άξων) gen άξονα & άξονος
  • ① axis, axle, pivot:
    • ~ περιστροφής pivot (syn στροφέας) |
    • ο άξων της Γης Earth's axis |
    • ο ~ του πόλου |
    • άξων του ουρανού, του κυλίνδρου, των συντεταγμένων, των πραγματικών (or φανταστικών) αριθμών |
    • ~ τροχού axle (syn αξόνι 1) |
    • ~ συμμετρίας axis of symmetry |
    • άξονες διασταυρούμενοι axes intersecting
  • ⓐ shaft (syn L άτρακτος):
    • άξων αντλίας pump shaft |
    • ~ βαρούλκου winch shaft |
    • ~κινήσεως driving shaft |
    • ο ~ του τιμονιού steering shaft |
    • ~ πηδαλίου ruddershaft
  • ⓑ optics, ophthalmol άξων φακού axis of the lens:
    • ο ~ των ματιών είναι οριζόντιος
  • ⓒ line center, line:
    • άξων γεφύρας bridge line |
    • άξων οδού road center line |
    • νοητός άξων center line (C. L.)
  • ⓓ milit άξων κατευθύνσεως, άξων προελάσεως axis of advance:
    • άξων επιθέσεως axis of attack |
    • άξων αποχωρήσεως line of retirement
  • ② fig pivot, basis (syn βάση, στήριγμα):
    • ~ της επιχειρήσεως |
    • η συμμαχία αυτή υπήρξε ο ~ της πολιτικής τους their whole policy hinged on this alliance |
    • ο αγών του 1821 αποτελεί τον άξονα του κλέφτικου τραγουδιού (IPetrop)
  • ⓔ the main thing or substance, the unifying or central core, pivot:
    • ο συνδυασμός του εθνικοελληνικού υλικού με το παγκόσμιο είναι ο άξων των προγραμμάτων του ιδρύματος (EIR Tax) |
    • η γλωσσική διδασκαλία αποτελεί τον άξονα του σχολικού προγράμματος (APapageorgiou) |
    • ο πνευματικός μας ~ |
    • ο ιδεολογικός ~ του ποιητή |
    • ο κύριος ~ του νοήματος |
    • οι κεντρικοί άξονες του μυθιστορήματος |
    • ο πραγματικός άξων της ζωής και των αγώνων του ανθρώπου είναι η ελευθερία του (Theodorakop) |
    • άξονάς του η πίστη, μια άμεση βεβαιότητα κατοχής των αιώνιων αξιών (Papanoutsos) |
    • η ατομική και η κοινωνική ζωή χωρίς ορισμένους θεσμούς χάνει τους άξονές της και πέφτει στην αναρχία (id.) |
    • παρατηρούμε μέσα στην ποικιλία των προσωπικών αντιλήψεων μιαν ενότητα ύφους, τον άξονα μιας ενιαίας για όλες τις πνευματικές θεωρήσεις προοπτικής (id.) |
    • poem πίσω απ' αυτές τις θαμπές γραμμές | βρίσκεται ο άξων του Άτλαντος, | ο ομφάλιος λώρος των θεών, | η αιτία της ύπαρξής μου (Moschovakos)

[fr MG (pap) ← K ἄξων (Ed. Diocl., 301) ← AG]

[Λεξικό Γεωργακά]
Άξονας [áksonas] ο, (& Άξων) (L) Europ. hist
  • Axis, the political alliance of Germany, Italy and Japan during World War II

[fr άξονας]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go