Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: Αβραάμ
1 item total
[Λεξικό Γεωργακά]
Αβραάμ [avraám] ο, (& Aβράμ) Bibl
  • Abraham:
    • ο Θεός να σου δώση του ~ τα καλά (or τ' αγαθά)! |
    • ευχήθηκε στους φίλους του ν' αποκτήσουν τ' αγαθά του ~ (DLoucatos). Also as given name (rare)

[ultimately fr Hebr Abraham]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go