Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: "ταλαντούχος -α -ο"
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ταλαντούχος -α -ο [talandúxos] Ε4 : που είναι προικισμένος με ταλέντο: Nέος, ~ ηθοποιός.

[λόγ. τάλαντ(ον) + -ούχος μτφρδ. αγγλ. talented ή γερμ. talentiert, talentvoll (διαφ. το αρχ. ταλαντοῦχος `που κρατεί τη ζυγαριά΄)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go