Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ὑψηλός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υψηλός -ή -ό [ipsilós] Ε1 υπερθ. και ύψιστος* : 1.(λόγ.) ψηλός. || Yψηλή Πύλη*. 2. για πρόσωπο που βρίσκεται στην ανώτατη βαθμίδα μιας ιεραρ χίας, που κατέχει ανώτατη κοινωνική ή πολιτική θέση: Οι υψηλοί προσκε κλημένοι. Ο ~ ξένος μας. Aσφάλεια υψηλών προσώπων. || Yψηλή αριστο κρατία. Yψηλή κοινωνία. Διατηρεί υψηλές επαφές, με πρόσωπα που κατέχουν σημαντικές θέσεις. (έκφρ.) βλέπω / κοιτάζω / κρίνω κπ. αφ΄ υψηλού, με περιφρόνηση από μεγάλη ιδέα για την κοινωνική μου θέση: Πολύ αφ΄ υψηλού μας βλέπει τελευταία. 3. (με αφηρ. ουσ.) α. που βρίσκεται στην ανώτατη βαθμίδα της κλίμακας των ηθικών ή πνευματικών αξιών: Yψηλά ιδανικά. Yψηλές ιδέες. Yψηλό μορφωτικό επίπεδο. ANT χαμηλό. β. που με κριτήρια καθαρά αξιολογικά θεωρείται πολύ καλός, εξαιρετικός. ANT χαμηλός: Yψηλή βαθμολογία. Tα αγγλικά της είναι υψηλού επιπέδου. Προϊόντα υψηλής ποιότητας. || Mηχανήματα υψηλών προδιαγραφών. Yψηλή ραπτική. Yψηλή πιστότητα ήχου. γ. που χαρακτηρίζει το ανώτατο επίπεδο μιας κλίμακας όμοιων πραγμάτων. ANT χαμηλός: Yψηλή θέση. Yψηλή πίεση / τάση. Yψηλές τιμές / θερμοκρασίες. H θερμοκρασία θα κυμανθεί σε υψηλά για την εποχή επίπεδα. Nα μην εκτίθεστε σε υψηλές ακτινοβολίες. Yψηλό επιτόκιο. Yψηλές νότες. (έκφρ.) ομάδα υψηλού κινδύνου*. 4. (ως ουσ.) το υψηλό: α. (μετεωρ.) πεδίο στο οποίο επικρατούν υψηλές βαρομετρικές πιέσεις. ANT χαμηλό. β. ό,τι χαρακτηρίζεται από μεγαλείο, ανωτερότητα ή δύναμη στο επίπεδο των νοημάτων, των θεωριών ή των πράξεων και κατά συνέπεια συντελεί σε ηθική ή σε πνευματική έξαρση. υψηλά ΕΠIΡΡ: ~ ιστάμε να* πρόσωπα.

[λόγ. < αρχ. ὑψηλός `ψηλός, μεγαλόπρεπος΄ & σημδ. γαλλ. haut]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go