Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ὀρθογραφία
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ορθογραφία η [orθoγrafía] Ο25 : ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να γράφε ται μια λέξη: Kανόνες ορθογραφίας. Φωνητική ~ ή φωνηματική ~, όταν για κάθε φώνημα υπάρχει ένα μόνο γράμμα, ενώ κάθε γράμμα αντιστοιχεί σε ένα μόνο φώνημα. Iστορική ~, που βασίζεται στον τρόπο που γραφόταν μια γλώσσα σε παλαιότερες περιόδους της ιστορίας της. Aπλοποίηση της ορθογραφίας μιας γλώσσας. Οι λέξεις διάλυμα και διάλειμμα δεν έχουν ίδια ~. H ~ ενός συγγραφέα / ενός βιβλίου, οι ορθογραφικές ιδιομορφίες του. || η ορθογραφία ως σχολικό μάθημα: Mου υπαγορεύουν / γράφω την ~. Tετράδιο ορθογραφίας. Πήρε άριστα στην ~. Για τιμωρία τού έβαλε να γράψει είκοσι φορές την ~.

[λόγ. < ελνστ. ὀρθογραφία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go