Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἴαμα
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
ίαμα το.
  • Θεραπεία, γιάτρεμα (με θαυματουργό τρόπο):
    • (Δωρ. Μον. XXXII
    • Πού της Βλαχέρνας ο ναός …, εξ ου απολαμβάνομεν πηγήν των ιαμάτων; (Ιστ. Βλαχ. 2426· Μαχ. 361).

[αρχ. ουσ. ίαμα]

[Λεξικό Κριαρά]
ιαματικός, επίθ.
  • Που έχει τη δύναμη να θεραπεύει· θαυματουργός:
    • το νερόν το ιαματικόν (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 437
    • λείψανον … ιαματικόν (Ιερόθ. Αββ. 334).

[μτγν. επίθ. ιαματικός. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ιαματικός -ή -ό [iamatikós] Ε1 : (συνήθ. για φυσικά ύδατα) που θεραπεύει, γιατρεύει: Οι ιαματικές ιδιότητες μιας πηγής. Iαματικές πηγές. Iαματικά ύδατα / νερά. || Iαματικά λουτρά.

[λόγ. < ελνστ. ἰαματικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go